Πίσω από τις εντυπωσιακές ανόδους σε Ιατρικές, Πολυτεχνικές και τμήματα Πληροφορικής, οι Βάσεις 2026 αποκαλύπτουν και μια διαφορετική πραγματικότητα. Aρκετά πανεπιστημιακά τμήματα εξακολουθούν να υποδέχονται φοιτητές με ιδιαίτερα χαμηλές βάσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις λίγο πάνω από τα 7.000 μόρια, γεγονός που αναδεικνύει τις μεγάλες ανισορροπίες στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι είχαν χαμηλές επιδόσεις σε απόλυτους όρους. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα του τρόπου υπολογισμού της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), των επιλογών στο μηχανογραφικό και κυρίως της περιορισμένης ζήτησης που παρουσιάζουν αρκετά περιφερειακά τμήματα. Ωστόσο, η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις κορυφαίες σχολές των 18.000 και 19.000 μορίων από τμήματα που εισάγουν φοιτητές με περίπου 7.000 μόρια αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις διαφορετικές «ταχύτητες» της ελληνικής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Χαμηλότερη βάση πανελλαδικά κατέγραψε το Τμήμα Στατιστικής στα Γρεβενά του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με 7.190 μόρια. Ακολουθούν η Λογιστική και Χρηματοοικονομική στην Κοζάνη με 7.380 μόρια, η Γεωγραφία στη Μυτιλήνη και το Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων στα Γρεβενά με 7.540 μόρια. Στην ίδια κατηγορία βρίσκεται και το Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής στην Πρέβεζα, όπου η βάση διαμορφώθηκε στα 7.640 μόρια.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά τη λειτουργία της ΕΒΕ ως «κόφτη» εισαγωγής, αρκετά τμήματα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα προσέλκυσης υποψηφίων. Το ενδιαφέρον των μαθητών συγκεντρώνεται πλέον κυρίως σε σχολές με ισχυρή επαγγελματική προοπτική, αφήνοντας αρκετά περιφερειακά τμήματα με χαμηλές βάσεις, μεγάλο αριθμό κενών θέσεων και περιορισμένη φοιτητική παρουσία.
Η συζήτηση που ανοίγει δεν αφορά μόνο τα μόρια εισαγωγής, αλλά κυρίως τη βιωσιμότητα και τον ρόλο ορισμένων πανεπιστημιακών τμημάτων. Όσο οι επιλογές των υποψηφίων γίνονται ολοένα και πιο στοχευμένες και η αγορά εργασίας επηρεάζει καθοριστικά το μηχανογραφικό δελτίο συνδυαστικά με την εφαρμογή της ΕΒΕ, τόσο εντονότερα αναδεικνύεται η ανάγκη επαναξιολόγησης του ακαδημαϊκού χάρτη, ιδιαίτερα για τμήματα που δυσκολεύονται διαχρονικά να προσελκύσουν φοιτητές.



































