Φανταστείτε την αποφοίτηση από το Λύκειο σαν ένα πολυσύχναστο μεγάλο λιμάνι. Οι νέοι, όλα τα παιδιά του Πειραιά, περιμένουν στην προκυμαία να επιβιβαστούν σε κάποιο πλοίο ενηλικίωσης με μοναδικό εισιτήριο το απολυτήριο. Για τη γενιά των γονιών τους, το ταξίδι ήταν πιο απλό. Το προαπαιτούμενο για να μπεις στο πλοίο δεν ήταν παρά να ‘χεις τελειώσει το λύκειο. Σε όποιο νησί και αν πήγαινε, χρειαζόσουν μόνο ένα πτυχίο, κατά κανόνα χωρίς μεταπτυχιακό, σαγιονάρες πλαστικές και έναν έρωτα. Και η ζωή ήταν δική σου, με σίγουρη εργασία και προβλεπόμενη επαγγελματική πορεία.
Σήμερα το απολυτήριο δεν μοιάζει πια με εισιτήριο επιβίβασης, για πού άλλωστε; Οι επιλογές είναι πολλές, πολύπλοκες, οι απαιτήσεις μακροχρόνιες και η διαδρομή προς την οικονομική ανεξαρτησία μακρύτερη από ποτέ. Δεν είναι τυχαίο το σταθερό εύρημα των μελετών ψυχολογίας ότι οι νέοι πλέον παρουσιάζουν τόσο υψηλά επίπεδα άγχους όσο ποτέ στο παρελθόν. Και κυρίως μια αγωνία να τα κάνουν όλα γρήγορα, στην ώρα τους, να μην μείνουν πίσω. Και να πετύχουν: δηλαδή να βγάλουν χρήματα. Το να μεγαλώνεις είναι τόσο υπέροχο και δίνει μεγάλες ελευθερίες, και ενώ δεν ήταν ποτέ εύκολο, στην εποχή της τεχνολογίας και της μειούμενης ανθρώπινης επαφής μοιάζει δυσκολότερο από ποτέ. Οι Ratner και συνεργάτες (2025) περιγράφουν εύστοχα αυτή την εμπειρία με τη φράση «Hurry up and wait». Βιάσου και περίμενε. Βιάσου να αποφασίσεις για όλη σου τη ζωή, ενώ οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες συχνά καθυστερούν την πραγματική ενηλικίωση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι παράξενο ότι πολλοί νέοι αρρωσταίνουν αμέσως μετά τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Μετά από μήνες έντασης, ο οργανισμός χαλαρώνει και εμφανίζονται ιώσεις, εξάντληση ή άλλα σωματικά συμπτώματα. Πρόκειται για ένα καλά τεκμηριωμένο βιοψυχοκοινωνικό φαινόμενο που γνωρίζουμε ότι συνδέεται με το μακροχρόνιο στρες και εμφανίζεται και σε άλλες απαιτητικές περιόδους της ζωής, όπως η ολοκλήρωση μιας διδακτορικής διατριβής ή μια παρατεταμένη επαγγελματική κρίση.
Και έπειτα έρχεται το μεγάλο ερώτημα: «Τι μου αρέσει;». Η βασανιστική αγωνία της σωστής επιλογής. Ακούω συχνά έφηβους και μεταέφηβους να μην μπορούν να εντοπίσουν τι τους αρέσει και να περνούν ώρες πολλές αδράνειας και θλίψης με την σκέψη αυτή. Η εφηβεία σε κοινωνίες παιδοκεντρικές σαν τη δική μας, όπου η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί όλο και περισσότερο, εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και την τρίτη δεκαετία της ζωής. Μου αρέσει. Δεν μου αρέσει. Κάθονται στο λιμάνι, σε καυτά τσιμεντένια πεζούλια, κοιτώντας τα πλοία και περιμένοντας να αποφασίσουν –πώς άραγε- σε ποιο να μπουν.
Όμως η ψυχολογία μάς λέει ότι η απόφαση της επιλογής σπάνια προηγείται της διαδρομής. Η ψυχική ταυτότητα δεν διαμορφώνεται απότομα. Χτίζεται μέσα από δοκιμές, αναθεωρήσεις, εμπειρίες, σχέσεις και μικρές καθημερινές αποφάσεις. H ανάπτυξη της ταυτότητας είναι μια δυναμική διαδικασία κατά την οποία οι νέοι προσπαθούν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως «ποιος είμαι», «πού ανήκω» και «προς τα πού κατευθύνομαι». Το ίδιο συμβαίνει και με την επαγγελματική ταυτότητα. Το ερώτημα τι μου αρέσει επαγγελματικά δεν αφορά μόνο την επιλογή μιας σχολής ή ενός επαγγέλματος. Αφορά την αναζήτηση του εαυτού. Πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία διερεύνησης, αμφιβολίας, δοκιμών και σταδιακής δέσμευσης. Η αυτοαμφιβολία δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα. Μπορεί να αποτελεί μέρος της αναζήτησης. Γίνεται πρόβλημα μόνο όταν μετατρέπεται σε ακινησία, σε απραξία.
Η αναποφασιστικότητα, άλλωστε, είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Μπορεί να σχετίζεται με ελλιπή πληροφόρηση, οικογενειακές προσδοκίες, χαμηλή αυτοπεποίθηση, άγχος, δυσκολία δέσμευσης, δυσανεξία στην αβεβαιότητα ή ακόμη και με την ύπαρξη πολλών ελκυστικών επιλογών. Το άγχος για το μέλλον φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο, όπως και η ψευδής εντύπωση ότι πρόκειται για αποφάσεις μοιραίες και οριστικές. Όσο αυξάνεται η αγωνία για το τι θα συμβεί αύριο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ληφθούν αποφάσεις για σπουδές και καριέρα. Αντίθετα, η ικανότητα να συνεχίζει κανείς να δρα παρά τον φόβο — αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν «ψυχολογικό θάρρος» — λειτουργεί προστατευτικά.
Όλοι μιλάνε για εναλλακτικές. Συζητώντας με γονείς ακούω ελάχιστους που μπορούν να τις ονοματίσουν συγκεκριμένα. Σε μια χώρα όπου η οργανωμένη τεχνική εκπαίδευση σπανίζει ή στερείται κοινωνικού κύρους, όπου πιο σύγχρονα πανεπιστημιακά επαγγέλματα παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό και χωρικά εξοστρακισμένα όσο πιο μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Σε μια χώρα που κατακλύζεται από διαφημίσεις ιδιωτικών επιλογών με αγνώστου ποιότητας εκπαίδευση σε γνωστό κόστος, στα ίδια κορεσμένα επαγγέλματα. Η απόφαση δεν είναι πάντα τόσο απλή όσο παρουσιάζεται.
Πολλοί νέοι πιστεύουν ότι κάπου υπάρχει μια μοναδική επιλογή που τους περιμένει: το σωστό επάγγελμα, η σωστή σχολή, η σωστή ζωή. Ίσως, όμως η πιο χρήσιμη προσέγγιση να μην είναι ο επαγγελματικός προσανατολισμός και η επείγουσα επιλογή σε ηλικίες που ακόμα διαμορφώνεται η προσωπικότητα και δοκιμάζουμε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας. Ίσως να είναι απλά: συνεχίστε να περπατάτε. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο θεαματική αλλά πιο παρηγορητική. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ανακαλύπτουν το νησί τους. Το χτίζουν σιγά σιγά εκεί όπου αποβιβάζονται. Μην περιμένετε το τέλειο πλοίο. Επιβιβαστείτε σε κάποιο που σας κινεί έστω και λίγο την περιέργεια. Σε κάθε στάση θα βρίσκετε καινούργια νησιά, καινούργιους δρόμους που δεν είχατε καν φανταστεί ότι υπάρχουν και έχουν κάτι ενδιαφέρον να σας δώσουν. Μάθετε τα μυστικά τους, αφήστε ελεύθερη την περιέργειά σας, εξερευνήστε, διαβάστε, δοκιμάστε. Κοπιάστε, μάθετε κι άλλα, διαβάστε, αλλάξτε γνώμη, μάθετε κάτι καινούργιο, μην κουραστείτε, δουλέψτε οπουδήποτε, εμπλακείτε ενεργά σε εθελοντικές ομάδες, με την σιγουριά ότι θα είναι όλα χρήσιμα, εφόδια για το μέλλον. Και κάποια στιγμή χωρίς να το καταλάβετε ακριβώς πότε συνέβη, θα βρεθείτε σε έναν τόπο που κάποτε ήταν άγνωστος και θα αναγνωρίσετε ότι θα γίνει ο δικός σας.
(Η Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη είναι Κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια)


































