Συνεχίζονται οι αποκαλύψεις του καθηγητή Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Παναγιώτη Λαζαράτου, για το έωλο πλαίσιο πάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί ο νόμος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τα προγράμματα σπουδών τους.
Λαζαράτος στο Dnews: «Άκυρες οι άδειες – Προγράμματα χωρίς αναγνώριση, χωρίς δομή»
Ο κ. Λαζαράτος μαζί με τον Κωνσταντίνο Πάντο καθηγητή Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ έχουν ήδη προσφύγει στο ΣτΕ αμφισβητώντας την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών ιδιωτικών ΑΕΙ, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) για την πιστοποίηση είναι άκυρες, καθώς βασίζονται σε άδεια λειτουργίας που δεν είναι νόμιμα εκχωρημένη ενώ παράλληλα έχουν καταθέσει και αιτήσεις ακύρωσης εναντίον όλων των πιστοποιημένων σπουδών. Όπως είχε δηλώσει στο Dnews ο κ. Λαζαράτος «Ο βασικός λόγος των αιτήσεων ακύρωσης είναι ότι είναι άκυρες οι άδειες τους αφού δεν έχουν αναγνωριστεί τα προγράμματα σπουδών από το εξωτερικό δεν μπορούν να πιστοποιηθούν. Δίνεται μάλιστα η εντύπωση πως τα περισσότερα εξ αυτών είναι «μαϊμού» ήτοι μόνο ένα όνομα που δεν έχει προκαθορισμένα ούτε εξάμηνα ούτε πιστωτικές μονάδες ούτε τίποτα. Δεν φαίνεται να υπάρχει στον φάκελο πουθενά η πλήρης αιτιολογημένη γνώμη του ΕΟΠΠΕΠ ως προς όλα τα ζητήματα που λέει ο νόμος ότι έπρεπε να έχουν ελεγχθούν και άπτονται μέχρι και ζητημάτων αποστάσεων μεταξύ των γραφείων μεταξύ τους, των θρανίων, των βιβλιοθηκών. Και φυσικά φαίνεται να μην υπάρχει έκθεση αξιολογήσεως τέτοια όπως έγινε για αυτά της Νομικής και για όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που αναφέρονται. Είναι απλά ένα όνομα, κενό γράμμα. Όλα αυτά τα δεδομένα πρέπει να πάνε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για να ελέγξει την κατάσταση.»
Ο καθηγητής έχοντας λάβει τις θέσεις της ΕΘΑΕΕ επί των ζητημάτων που έθεσε καταθέτοντας αιτήσεις ακύρωσης των προγραμμάτων εξηγεί στο Dnews ότι επί της ουσίας υπάρχει παραδοχή της Εθνικής Αρχής ότι τα προγράμματα σπουδών δεν φέρουν καμία αναγνώριση από τα μητρικά ξένα πανεπιστήμια γεγονός που μελλοντικά θέτει εν αμφιβόλω το αν οι απόφοιτοι αυτών των τμημάτων θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν το πτυχίο τους.
«Δεν απαιτείται πράξη αναγνώρισης ή πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών πριν την άδεια λειτουργίας» ανταπαντά η ΕΘΑΑΕ
Ειδικότερα σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παρέθεσε ο κ. Λαζαράτος η ΕΘΑΕΕ απαντά για τις αιτήσεις ακυρώσεις ότι «Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι για την έκδοση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας οι ενδιαφερόμενοι φορείς όφειλαν να προσκομίζουν «πράξη αναγνώρισης» των προγραμμάτων σπουδών από το μητρικό ίδρυμα και από τον αρμόδιο φορέα πιστοποίησης του εξωτερικού. Ο λόγος αυτός καταρχάς προβάλλεται απαραδέκτως κατά των αποφάσεων πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών, διότι πλήττει το κύρος άλλης ατομικής διοικητικής πράξης (της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας), η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας και δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
Κατά μείζονα λόγο, ο λόγος είναι και προδήλως αβάσιμος, διότι ουδεμία η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί την έκδοση «πράξης αναγνώρισης» των προγραμμάτων σπουδών που προτείνονται από τα ΝΠΠΕ. Η αναφορά του νόμου σε «προγράμματα σπουδών που έχουν αναγνωρισθεί από το μητρικό ίδρυμα» (άρθρο 145 παρ. 1 και 2) και σε «προσφερόμενα αναγνωρισμένα από το μητρικό ίδρυμα προγράμματα σπουδών» (άρθρο 138 παρ. 1 και 3) προφανώς έχει το νόημα ότι το μητρικό ίδρυμα υιοθετεί και προσφέρει δια του Παραρτήματός του στην Ελλάδα τα οικεία προγράμματα σπουδών. Αυτό διασφαλίσθηκε με την εκπαιδευτική συμφωνία με τα μητρικά ιδρύματα που προσκομίσθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης, καθώς και την πρόταση των προγραμμάτων σπουδών από τα παραρτήματα των μητρικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Ουδεμία πράξη αναγνώρισης προβλέπεται. Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι πριν από την έκδοση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας όφειλαν οι ενδιαφερόμενοι να προσκομίσουν πράξη πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών. Καμία τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται. Σύμφωνα με τον νόμο, η πιστοποίηση (accreditation) των προγραμμάτων σπουδών λαμβάνει χώρα αποκλειστικά από την Αρχή μας σύμφωνα με το άρθρο 145 ν. 5094/2024 και τις ρυθμίσεις του ν. 4653/2020 μετά από την χορήγηση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας.
Κανείς από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλονται στα κατατεθέντα δικόγραφα πρόσθετων λόγων δεν είναι προδήλως βάσιμος κατά την έννοια του άρθρου 52 παρ. 7 ΠΔ 18/1989. Αντιθέτως, οι λόγοι αυτοί είναι προδήλως αβάσιμοι. Η υπ’ αριθμ. 48136/17-12-2024 (ΦΕΚ 6957/Β/18-12-2024) Απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου της ΕΘΑΑΕ εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρου 190 παρ. 1 ν. 5094/2024, η οποία επιτρέπει ειδικότερες ρυθμίσεις έναντι εκείνων του άρθρου 145 παρ. 4 ν. 5094/2024 και των άρθρων 9 και 10 ν. 4653/2020. Ως εκ τούτου τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 43 παρ. 2 Συντάγματος. Η συγκρότηση των Ε.Ε.Α.Π. ρυθμίζεται καταλεπτώς από το άρθρο 13 ν. 4653/2020. Κατά την αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών τηρήθηκε ευλαβικώς η αρχή της ισότητας, ενώ η ΕΘΑΑΕ ήλεγξε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις πιστοποίησης που περιλαμβάνονται στο σχετικό Πρότυπο για την πιστοποίηση της ποιότητας νέων προγραμμάτων προπτυχιακών σπουδών παραρτήματος Νομικού Προσώπου Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Τέλος, το άρθρο 11 του εν λόγω προτύπου είναι σαφέστατο, πρέπει δε να αναγιγνώσκεται από κοινού με τις αναλυτικές ρυθμίσεις του ν. 4653/2020 ως προς τη διενέργεια της πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών. Κατά τα λοιπά, η ΕΘΑΑΕ επιφυλάσσεται να προβεί σε αναλυτική αντίκρουση των επιμέρους λόγων ακυρώσεως στην έκθεση απόψεων που θα υποβάλει επί των σχετικών αιτήσεων ακυρώσεως.»
Λαζαράτος: «Η γενική «υιοθεσία» των προγραμμάτων από τα παραρτήματα δεν εξασφαλίζει την αναγνώριση τους από τα μητρικά ιδρύματα»
Ο κ. Λαζαράτος τονίζει ότι η πρακτική της ΕΘΑΑΕ αφήνει κενά στη νομική και εκπαιδευτική αξιοπιστία των προγραμμάτων. Ειδικότερα, κληθείς να σχολιάσει τις θέσεις της ΕΘΑΕΕ ο κ. Λαζαράτος τόνισε στο Dnews ότι «είναι χαρακτηριστικό ότι η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) στην έκθεση απόψεων που έστειλε επισήμως στο δικαστήριο στο ΣτΕ ενόψει της δίκης του Φεβρουαρίου αναφέρει σχετικά με το κρίσιμο θέμα της αναγνώρισης των προγραμμάτων σπουδών από τα μητρικά ιδρύματα ότι πουθενά η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί την έκδοση πράξη αναγνώρισης των προγραμμάτων σπουδών που προτείνονται από τα νομικά πρόσωπα. Η αναφορά του νόμου σε προγράμματα σπουδών που έχουν αναγνωριστεί από το μητρικό ίδρυμα έχει το νόημα ότι το μητρικό ίδρυμα υιοθετεί γενικώς καιπροσφέρει δια του παραρτήματος στην Ελλάδα τα οικεία προγράμματα. Αυτό διασφαλίστηκε με την εκπαιδευτική συμφωνία με τα μητρικά ιδρύματα που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης. Όμως άλλη η εκπαιδευτική συμφωνία και άλλο το αναγνωρισμένο πρόγραμμα καθώς και την πρόταση των προγραγραμμάτων σπουδών από τα παραρτήματα. Με δύο λόγια έγινε μια γενική εκπαιδευτική συμφωνία και από εκεί και πέρα όποιο πρόγραμμα και να προσέφεραν τα παραρτήματα θεωρείται εκ των προτέρων και γενικώς υιοθετημένο. Αυτό δεν θα μπορούσε να το ισχυριστεί ποτέ κανένας και δεν έχει καμία σοβαρότητα διότι δεν θα ήταν τα προγράμματα των μητρικών αλλά τα προγράμματα που προσφέρουν τα παραρτήματα. Φυσικά μια τέτοια γενική υιοθεσία ούτε προβλέπεται από τον νόμο ούτα θα μπορούσε να προβλέπεται. Είναι απολύτως επικίνδυνη μια τέτοια άποψη, πρωτίστως επικίνδυνη για το κύρος των προγραμμάτων σπουδών. Τα παιδιά θα σπουδάσουν επί τη βάση προγραμμάτων που δεν έχουν ιδέα αν θα θεωρηθούν ποτέ αναγνωρισμένα κυρίως στην Αγγλία. Η Ελλάδα αρκείται πρωτοφανώς σε μια γενική εκπαιδευτική συμφωνία θεωρώντας ότι ό,τι και αν προτείνει το παράρτημα είναι αναγνωρισμένο. Μια τέτοια γενική υιοθεσία ούτε προβλέπεται από το νόμο ούτε θα μπορούσε να προβλεφθεί. Δεν υπάρχει ούτε μία αναγνώριση προγράμματος σπουδών σύμφωνα με την ΕΘΑΕΕ. Με αυτά τα δεδομένα πώς θα μπορεί το ΣτΕ να δεσμεύσει τα αγγλικά πανεπιστήμια να αναγνωρίσουν τα προγράμματα σπουδών που έχουν παρακολουθήσει οι φοιτητές των παραρτημάτων στην Ελλάδα;»

































