Όταν ένας πρωθυπουργός μιλά για συνταγματική αναθεώρηση, εύλογα περιμένει κανείς μεγάλες τομές, ιστορικό βάθος και πολιτική γενναιότητα. Όχι έναν κατάλογο αλλαγών που θυμίζει περισσότερο φυλλάδιο συμβούλου μάνατζμεντ: λίγο αγορά, λίγο πειθαρχία, λίγο «αξιολόγηση», λίγο θεσμικό γυάλισμα - και όλα αυτά τυλιγμένα με τη λέξη «μεταρρύθμιση».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτείνει αλλαγές σε καίρια άρθρα του Συντάγματος. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα αγγίζει. Είναι πώς και γιατί τα αγγίζει.
Ας ξεκινήσουμε από το πραγματικό διακύβευμα: το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Εδώ δεν έχουμε απλώς διαφορετική άποψη· έχουμε σύγκρουση δύο κόσμων. Από τη μία, το δημόσιο πανεπιστήμιο ως κοινωνικός θεσμός ισότητας, κινητικότητας, έρευνας και κριτικής σκέψης. Από την άλλη, το πανεπιστήμιο ως προϊόν: δίδακτρα, πελατολόγιο, marketing, «πακέτα σπουδών», πιστοποιήσεις express.
Η κατάργηση της συνταγματικής προστασίας της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι ουδέτερη. Είναι ταξική επιλογή. Σημαίνει ότι η γνώση παύει να είναι κοινωνικό δικαίωμα και γίνεται επενδυτικό πεδίο. Ότι ο φοιτητής μετατρέπεται σε πελάτη και το πτυχίο σε απόδειξη πληρωμής. Ότι το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη του και λέει: «όποιος αντέχει, πληρώνει».
Και ας μην κοροϊδευόμαστε: τα «μη κερδοσκοπικά» ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι διεθνώς το πιο επιτυχημένο ανέκδοτο της εκπαιδευτικής οικονομίας. Δεν μοιράζουν μέρισμα - απλώς μοιράζουν μισθούς, αμοιβές, συμβόλαια, ενοίκια και δικαιώματα χρήσης. Το κέρδος υπάρχει. Απλώς αλλάζει όνομα.
Όσο για τον «ανταγωνισμό» που υποτίθεται ότι θα αναβαθμίσει τα δημόσια ΑΕΙ, η εμπειρία λέει το αντίθετο: στράγγιγμα πόρων, υποβάθμιση, φυγή προσωπικού, και τελικά αυτοεκπληρούμενη προφητεία απαξίωσης. Πρώτα αφήνεις το δημόσιο να μαραζώσει και μετά λες ότι «δεν τραβάει».
Πάμε τώρα στα υπόλοιπα - όπου το χιούμορ έρχεται σχεδόν μόνο του.
Η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ευθύνη υπουργών είναι αναμφίβολα σωστή. Απλώς έρχεται με καθυστέρηση δεκαετιών. Είναι σαν να λες το 2026 ότι «ίσως το κάπνισμα βλάπτει την υγεία». Χρήσιμο, αλλά δεν εντυπωσιάζει.
Η σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση (άρθρο 103) ακούγεται ίσως λογική - μέχρι να θυμηθούμε ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια κριτήρια και με ποια πολιτική κουλτούρα. Σε μια χώρα όπου η αξιολόγηση συχνά σημαίνει «είσαι δικός μας ή όχι», η μονιμότητα δεν είναι προνόμιο. Είναι θεσμική ασπίδα απέναντι στην αυθαιρεσία.
Οι αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης είναι επίσης σωστές… στη θεωρία. Διότι το να αποσυνδέεις τη Δικαιοσύνη από την κυβέρνηση είναι εξαιρετικό, αρκεί να μην τη συνδέσεις τελικά με άλλους, πιο αόρατους αλλά εξίσου ισχυρούς πόλους.
Η πρόταση για μία εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι ίσως η πιο ανώδυνη. Δεν ενοχλεί κανέναν, δεν αλλάζει πολλά, αλλά ακούγεται ωραία σε συνταγματικό λόγο. Θεσμικό minimalism.
Τέλος, η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας και των κοστολογημένων προγραμμάτων είναι το κερασάκι. Διότι τίποτα δεν λέει «δημοκρατικός πλουραλισμός» όσο το να αποφασίζεις εκ των προτέρων ποια πολιτική είναι επιτρεπτή και ποια όχι - με λογιστικούς όρους.
Συμπέρασμα;
Δεν έχουμε μια ουδέτερη θεσμική μεταρρύθμιση. Έχουμε ένα ιδεολογικό πακέτο με σαφή κατεύθυνση: λιγότερο κράτος εκεί που προστατεύει τους πολλούς, περισσότερη πειθαρχία εκεί που ελέγχει τους αδύναμους, και περισσότερη αγορά εκεί που μέχρι σήμερα υπήρχε δικαίωμα.
Και ειδικά για τα πανεπιστήμια: όποιος πιστεύει ότι η Παιδεία σώζεται με δίδακτρα, ας θυμηθεί ότι η γνώση δεν είναι startup. Είναι δημόσιο αγαθό. Και το Σύνταγμα δεν είναι business plan.
(Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομοτ. Καθηγητής ΕΜΠ, π. Πρύτανης, Γ.Γ. Ευρωπαϊκής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών)































