Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος του 1940-41 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα λάθους στρατηγικής από πλευράς της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και παράλληλα νίκης της τακτικής χάρις στις πρωτοβουλίες των τοπικών στρατιωτικών διοικητών και των αξιωματικών και στρατιωτών που πολέμησαν γενναία για την υπεράσπιση της πατρίδας.
Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στην στρατιωτική ιστορία που το γενικό στρατηγικό σχέδιο είναι λάθος από ηττοπάθεια αλλά κερδίζεται ο πόλεμος χάρις στις πρωτοβουλίες/απειθαρχίες των υφισταμένων στρατιωτικών κλιμακίων και στον ηρωισμό των μαχητών.
Το 1923 η Ιταλία βομβάρδισε και κατέλαβε προσωρινά την ανοχύρωτη Κέρκυρα, διαμαρτυρόμενη για τη δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Τελλίνι, που ήταν αντιπρόσωπος στην επιτροπή διακανονισμού των ελληνο-αλβανικών συνόρων.
Την 07 Απριλίου 1939 η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλβανία.
Μετά την συνθηκολόγηση της Γαλλίας (22 Ιουνίου 1940) άρχισαν ιταλικές προκλήσεις με βομβαρδισμό ελληνικών πολεμικών πλοίων.
Την 15 Αυγούστου 1940, τορπιλίστηκε στην Τήνο από ιταλικό υποβρύχιο, το εύδρομο «Έλλη».
Παρά τις παραπάνω ενδείξεις, μέχρι τον Αύγουστο του 1940, η κυβέρνηση Μεταξά δεν εκτίμησε έγκαιρα τις ιταλικές προθέσεις και με εμμονική διάθεση έδινε βάρος στην πολυέξοδη αμυντική οργάνωση προς τη Βουλγαρία, κατά τα πρότυπα της γραμμής Μαζινό.
Το βιβλίο του ΓΕΣ για την «Προς πόλεμο προπαρασκευή 1923-1940» αποκαλύπτει ότι το σύνολο των οχυρώσεων κατασκευάσθηκε έναντι της Βουλγαρίας και σύγχρονος εξοπλισμός όπως άρματα μάχης δεν προμηθεύτηκαν παρά τις προτάσεις του Συνταγματάρχη Δαβάκη που είχε αποφοιτήσει από την γαλλική σχολή αρμάτων και διέβλεπε το μέλλον του πολέμου με τη χρήση της τεχνολογίας. Η έλλειψή τους έγινε ιδιαίτερα εμφανής κατά την γερμανική προέλαση στον πεδινό διάδρομο του Αξιού προς Θεσσαλονίκη και του Αμυνταίου Φλωρίνης.
Το επιθετικό δόγμα του στρατού των Βαλκανικών πολέμων που πέτυχε τον γεωγραφικό διπλασιασμό της Ελλάδας είχε υποστεί πλήγμα στη Μικρασιατική εκστρατεία. Επιπλέον επιτελείς αξιωματικοί είχαν εκπαιδευτεί σε γαλλικές σχολές όπου κυριαρχούσε το στατικό πνεύμα των χαρακωμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το σχέδιο εκστρατείας που καταρτίστηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού ονομάσθηκε ΙΒ (Ιταλία-Βουλγαρία), στάλθηκε στις Μεγάλες Μονάδες την4η Μαΐου 1939 και προέβλεπε υποχώρηση στην Ήπειρο μέχρι τον Άραχθο ποταμό και στη Δυτική Μακεδονία μέχρι το όρος Βέρμιο. Δηλαδή παραχωρούσε στον επιτιθέμενο τα Ιωάννινα μέχρι τις παρυφές της Άρτας και τις πόλεις Καστοριά και Φλώρινα.
Στα μέσα Αυγούστου 1939 το σύνολο των ιταλικών στρατευμάτων βρίσκονταν κοντά στα ελληνο-αλβανικά σύνορα. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η ελληνική ηγεσία αναγκάσθηκε να αναπροσαρμόσει το σχέδιο εκστρατείας ώστε να μην παραχωρεί σχεδόν καθόλου ελληνικό έδαφος (σχέδιο ΙΒα).
Στην Ήπειρο ήταν αναπτυγμένη και συμπληρωμένη με επιστράτους η VIII Μεραρχία με έδρα τα Ιωάννινα, υπό τον Υποστράτηγο Κατσιμήτρο Χ. και το Απόσπασμα Πίνδου (επιστρατευόμενη μονάδα) υπό τον έφεδρο εκ μονίμων Συνταγματάρχη Δαβάκη Κων/νο, αναπτυγμένο σε 37 χλμ ορεινού εδάφους, το οποίο επιστρατεύτηκε την 29 Αυγούστου 1940.
Συνολικά έναντι των αλβανικών συνόρων ήταν 35.000 άνδρες.
Η αρχική πρόθεση του αρχιστρατήγου Παπάγου που βρισκόταν στα υπόγεια της «Μ. Βρετάνιας» στην πλατεία Συντάγματος, σύμφωνα με τον Κατσιμήτρο, ήταν η παραχώρηση όλης της Ηπείρου μέχρι της Αμφιλοχίας και «μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων». Ο Κατσιμήτρος, διοικητής της μεραρχίας Ηπειρωτών, δεν πειθάρχησε και διέταξε «άμυνα επί των συνόρων».
Σαν ειρωνεία της ιστορίας υπηρέτησε αργότερα στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου σαν υπουργός Γεωργίας και μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε.
Η VIII μεραρχία πέτυχε να συγκρατήσει τις επανειλημμένες ισχυρές επιθέσεις και από τις 8 Νοεμβρίου η ιταλική επίθεση ανακόπηκε.
Στον τομέα Πίνδου το Απόσπασμα του Δαβάκη (2.000 άνδρες) δέχτηκε επίθεση από την μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» με 11.000 άνδρες ειδικά εκπαιδευμένους στον ορεινό αγώνα, με αποτέλεσμα να συμπτυχθεί μέχρι την Βωβούσα. Ο κίνδυνος αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή αλλά τραυματίσθηκε σοβαρά ο διοικητής του Συνταγματάρχης Δαβάκης.
Την 13η Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του εθνικού εδάφους, μόλις 17 μέρες από την έναρξη της ιταλικής επίθεσης.
Τότε άρχισαν να προσανατολίζονται από το εσωτερικό της χώρας στα αλβανικά σύνορα 11 μεραρχίες πεζικού με 232.000 άνδρες. Κάλλιο αργά παρά ποτέ…
Η απειθαρχία του Κατσιμήτρου στις εντολές του Γενικού Στρατηγείου και η ηρωική αντίσταση των μαχητών όλων των βαθμών έσωσαν την κατάσταση. Το ορεινό του εδάφους και η έλλειψη επικοινωνιών έδωσαν την ευκαιρία ευρύτερων πρωτοβουλιών στα μικρά κλιμάκια, επιπέδου Λόχων.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε πνεύμα αυτονομίας των μεράρχων και σωματαρχών προς την κεντρική διοίκηση, λόγω αποστάσεως.
Τα μέσα επικοινωνίας της εποχής δεν έδιναν τη δυνατότητα στο στρατηγείο στη Μ. Βρετάνια να έχει συνεχή εικόνα των επιχειρήσεων και είναι παράδοξο ότι το Γενικό Στρατηγείο δεν μετακινήθηκε κοντά στο μέτωπο.
Ο αρχιστράτηγος Παπάγος επισκέφθηκε για πρώτη φορά το μέτωπο την 2α Δεκεμβρίου, όταν η κρίσιμη μάχη για την αποκατάσταση του εθνικού εδάφους είχε τελειώσει προ πολλού.
Το Καλπάκι (Ελαία) και το ύψωμα Γκραμπάλα (υψ. 1.200μ) στο υψίπεδο Ιωαννίνων, έγιναν σύμβολα αντίστασης. Η Γκραμπάλα τρείς φορές καταλήφθηκε από τους Ιταλούς και τρείς φορές ανακαταλήφθηκε μέσα σε χιονοθύελλα και με νυκτερινή μάχη «εκ του συστάδην» (με ξιφολόγχη).
Την 14η Νοεμβρίου άρχισε η επιθετική ενέργεια στο αλβανικό έδαφος με το Γ’ Σώμα Στρατού και την 22 Νοεμβρίου κατελήφθη η Κορυτσά. Την 10 Ιανουαρίου κατελήφθη η διάβαση της Κλεισούρας.
Την 9η Μαρτίου εκτοξεύεται η ιταλική εαρινή επίθεση που κράτησε τέσσερα εικοσιτετράωρα, με παρουσία του Μουσολίνι και αντιμετωπίσθηκε σθεναρά με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το ύψωμα 731 που βρίσκεται εντός της Αλβανίας (20 χλμ βόρεια της Κλεισούρας).
Το ύψωμα 731 υπερασπίσθηκε η μονάδα του ηρωικού Ταγματάρχη Δημήτρη Κασλά. Η εντολή του «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω».
Τριακόσια ιταλικά πυροβόλα, έριξαν 100.000 βλήματα σε μέτωπο 6 χιλιομέτρων.
Μέχρι το τέλος των μαχών που κράτησαν 15 μέρες, οι απώλειες για τον Ελληνικό στρατό ανέρχονταν στους 125 νεκρούς, 28 εξαφανισθέντες καθώς και σε 425 τραυματίες ενώ για τον Ιταλικό στρατό στους 1.000 νεκρούς και 3.000 τραυματίες.
Ο Δ. Κασλάς εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ το 1943, συμμετείχε σε πολλές μάχες και τελικά «ανταμείφθηκε» από το μετεμφυλιακό κράτος με εξορία και απόταξη.
Οι απώλειες κατά τον Ελληνοϊταλικό και Ελληνογερμανικό πόλεμο, σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΣ, ανήλθαν σε 13.325 νεκρούς, 62.663 τραυματίες και 1.290 αγνοούμενους.
Η εποποιία έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας πατριωτικής αντίληψης και αντιφασιστικού πνεύματος που αποτέλεσαν το έναυσμα για την συγκρότηση της Εθνικής Αντίστασης, η οποία έγραψε λαμπρές σελίδες δόξας.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)



























