Τα γεγονότα στη Γαλλία τροφοδότησαν μια απολύτως αναμενόμενη συζήτηση στη χώρα μας. Με τα συμπεράσματα –ως συνήθως– να προηγούνται της ανάλυσης και να συνάγονται λιγότερο με βάση την πραγματικότητα και περισσότερο με βάση τις πολιτικές προσδοκίες όσων τα σχολιάζουν. Είτε αναζητώντας σε αυτά τα προμηνύματα μιας αντίστοιχης –και επιθυμητής, φυσικά– κοινωνικής εξέγερσης είτε ανησυχώντας για ένα σχέδιο ανεξέλεγκτης αναταραχής που θα απειλήσει την κοινωνική γαλήνη.
Η γαλλική περίπτωση, ωστόσο, δύσκολα προσφέρεται για γενικεύσεις και απλουστευτικές προσομοιώσεις. Η Γαλλία διαθέτει μακρά παράδοση πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων στους δρόμους, η οποία δεν συναντάται στον ίδιο βαθμό αλλού. Και παρότι ανά περιόδους καταγράφονται ορισμένες κοινές διεθνείς πολιτικές τάσεις, οι μεταπρατικές πολιτικές αναλύσεις χωρίς να συνεκτιμούν τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας είναι συνήθως ατελείς.
Το ενδεχόμενο να βρεθεί η Ελλάδα αντιμέτωπη με ανάλογη έκρηξη δεν μοιάζει πιθανό. Κανένας δεν μπορεί φυσικά να προβλέψει πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει κάποιο απρόοπτο γεγονός (π.χ. ένα γεγονός ακραίας αυθαιρεσίας ή μια τραγωδία με αυταπόδεικτες ευθύνες του κράτους). Με την αίρεση, ωστόσο, μιας τέτοιας σοβαρής αφορμής, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο.
Οτι υπάρχουν εστίες κοινωνικής δυσαρέσκειας –όπως και στη Γαλλία– είναι δεδομένο. Χαμηλός δείκτης πολιτικής και κοινωνικής εμπιστοσύνης. Πολιτική ριζοσπαστικοποίηση νεότερων γενεών. Υπερπληθωρισμός αντισυστημικού-υπερεπαναστατικού λόγου. Πολιτικές δυνάμεις πρόθυμες να ρίξουν λάδι στη φωτιά.
Υπάρχουν όμως και παράμετροι που διαφοροποιούν την ελληνική περίπτωση. Η βασικότερη έχει να κάνει με την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, της οικονομικής κρίσης και της συνακόλουθης πολιτικής και κοινωνικής αποσταθεροποίησης.
Η περίοδος εκείνη άφησε δύο, φαινομενικά αντιφατικές, παρακαταθήκες.
Από τη μία, παγίωσε την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς, ειδικά μεταξύ όσων πολιτικοποιήθηκαν βίαια την εποχή εκείνη. Στοιχεία αντισυστημικού λόγου και συμπεριφορών που τότε εμφανίστηκαν έχουν εδραιωθεί.
Από την άλλη, η ίδια εμπειρία της κρίσης και οι διαψεύσεις που ακολούθησαν μείωσαν και την ελκυστικότητα αλλά και την αξιοπιστία κάθε υπόσχεσης για ρήξεις. Οι δε πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν ως φορείς ριζοσπαστικοποίησης, σε συνθήκες μάλιστα πολύ καλύτερες από τους σημερινούς επίδοξους φορείς μιας κάποιας ρήξης, προσγειώθηκαν στην πραγματικότητα με τρόπο που δεν επιτρέπει ανάλογες αυταπάτες και υποσχέσεις εκ μέρους τους.
Η τάση για διαμαρτυρία απέναντι στα κακώς κείμενα συνυπάρχει πλέον με ισχυρή επιφυλακτικότητα απέναντι στις υποσχέσεις για ρήξεις, αλλά και με ένα ευρύ αίτημα οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.
Επιπλέον, όσο σοβαρά κι αν είναι τα σημερινά προβλήματα, η χώρα δεν βρίσκεται στις συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης της περιόδου 2010-2015, ώστε να τροφοδοτήσουν ανάλογο κύκλο εντάσεων.
Ο συνδυασμός κοινωνικών συνθηκών και πολιτικών διεργασιών που μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε συλλογική διάθεση σύγκρουσης δεν υφίσταται. Αντιθέτως, παρά τον χαμηλό δείκτη πολιτικής εμπιστοσύνης, τα «συστημικά» κόμματα είναι πλειοψηφικά, ενώ ο αντισυστημικός πολιτικός χώρος είναι κατακερματισμένος, με συχνά διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες αλλά και προσδοκίες.
Ακόμη, όμως, και αν γινόταν «της Γαλλίας» στη χώρα μας, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιες θα ήταν οι πιθανές επιπτώσεις. Εκτός των άλλων, επειδή αυτές οι διεργασίες δεν κρίνονται μόνο βραχυπρόθεσμα, αλλά και σε βάθος χρόνου. Τα «Δεκεμβριανά» του 2008 π.χ. έπληξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και τις εκλογές του 2009, όμως η ριζοσπαστικοποίηση των νέων της εποχής με αφορμή τα γεγονότα εκείνα –υποβοηθούμενη, φυσικά, από την κρίση που ακολούθησε– του επέτρεψε να κυριαρχήσει στη γενιά εκείνη λίγα χρόνια μετά.
Το βέβαιον είναι ότι η πόλωση θα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. Η κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε αυξημένη πίεση (εκ δεξιών και εξ αριστερών) ως προς τη διαχείριση της κατάστασης επί του πεδίου, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα επιχειρούσαν να εντάξουν την εκδήλωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας στη δική τους πολιτική στρατηγική, με τον κίνδυνο όμως –ειδικά για τα πιο συστημικά εξ αυτών– να ταυτιστούν με συμπεριφορές απωθητικές για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση, η διασφάλιση της τάξης και της ηρεμίας είναι θεμελιώδης υπόσχεσή της, ειδικά αν μιλάμε για μια κεντροδεξιά κυβέρνηση. Εξ ου και η προκαταβολική προσφυγή στη ρητορική «νόμου και τάξης» ήταν αναμενόμενη.
Το ΠΑΣΟΚ θα προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο να αφουγκραστεί τα αίτια των επεισοδίων και να κρατήσει παράλληλα αποστάσεις από αυτά, με αμφίβολα, ωστόσο, αποτελέσματα λόγω της πόλωσης που θα επικρατούσε.
Οσο για τον κ. Τσίπρα, μια ταύτισή του με ταραχές όπως της Γαλλίας θα υπονόμευε πλήρως τη στρατηγική του να επανέλθει στα πολιτικά πράγματα ως μετριοπαθής αξιόπιστος διαχειριστής. Το ότι κράτησε αποστάσεις από ορισμένα στελέχη του, που αταβιστικά σχεδόν έσπευσαν να ευχηθούν «και στα δικά μας», μόνο σοφή κίνηση αυτοπροστασίας μπορεί να χαρακτηριστεί.
(Ο Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)


































