Τις τελευταίες ημέρες, η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη τις αποκαλύψεις για το τεράστιο σκάνδαλο φοροδιαφυγής γνωστής αλυσίδας πίτσας. Τα εξοργιστικά δημοσιεύματα για αδήλωτα εκατομμύρια κρυμμένα σε χρηματοκιβώτια και κρύπτες, καθώς και οι ασύλληπτες απώλειες εσόδων για τα κρατικά ταμεία, προκαλούν δικαιολογημένη αγανάκτηση. Όμως, για εμάς, τους ανθρώπους της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στον χώρο της εστίασης, η οργή αυτή μεταφράζεται σε ένα βαθύ αίσθημα αδικίας, καθώς βλέπουμε τον κόπο μας να υποτιμάται από ένα σύστημα που στην πράξη επιβραβεύει την παρανομία.
Ως μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, μπορούμε να αντιληφθούμε από πρώτο χέρι τις συνέπειες ενός τέτοιου αθέμιτου ανταγωνισμού. Σκεφτείτε μια συνοικιακή πιτσαρία που σε κοντινή απόσταση άνοιγε ένα κατάστημα της αλυσίδας. Η πρώτη πάλευε καθημερινά να καλύψει τα βασικά λειτουργικά της κόστη χάνοντας καθημερινά πελάτες γιατί πουλούσε ακριβότερα επειδή η δεύτερη μπορούσε να προσφέρει τόσο επιθετικά χαμηλές τιμές. Όχι γιατί σαν αλυσίδα, μπορούσε να έχει ευνοϊκότερες συμφωνίες σε πρώτες ύλες αλλά γιατί μπορούσε να αποκρύπτει από τις φορολογικές αρχές χιλιάδες πίτσες με τη μορφή του κεράσματος.
Και εδώ έρχεται η ευθύνη του κράτους. Την ώρα που δεκάδες συνοικιακές πιτσαρίες οδηγούνταν στο λουκέτο, αδυνατώντας να επιβιώσουν απέναντι σε αυτές τις πρακτικές, το κράτος επέτρεπε να λειτουργεί κάτω από τη μύτη του μια τεράστια φάμπρικα φοροδιαφυγής. Για τον απλό επαγγελματία, οι έλεγχοι ήταν και παραμένουν συνεχείς και εξοντωτικοί. Τα τεκμήρια διαβίωσης και φορολόγησης αποτελούν μια μόνιμη θηλιά στον λαιμό όσων προσπαθούν να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους ανοιχτές, την ίδια στιγμή που παραδίπλα εκατομμύρια ευρώ έκαναν φτερά.
Πώς είναι δυνατόν τόσα χρόνια μια τόσο εκτεταμένη επιχειρηματική δραστηριότητα να μην πέσει ποτέ στην τσιμπίδα της εφορίας; Τι ακριβώς λάθος έκαναν τα πολυδιαφημισμένα ψηφιακά συστήματα της ΑΑΔΕ και δεν κατάφεραν να εντοπίσουν εγκαίρως το πάρτι του μαύρου χρήματος; Απορώ γιατί πανηγυρίζουν στην κυβέρνηση. Η προφανής αδυναμία των κρατικών μηχανισμών εποπτείας και ελέγχου εκθέτει ανεπανόρθωτα το αφήγημα περί φορολογικής δικαιοσύνης. Το σύστημα δείχνει να εξαντλεί την αυστηρότητά του στους μικρούς, κάνοντας τα στραβά μάτια στους ισχυρούς.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποδείξει με τις πολιτικές της ότι αφήνει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα βορά στις μεγάλες αλυσίδες, οδηγώντας την στην ασφυξία και τον αφανισμό. Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να ανατραπεί. Με την ΕΛΑΣ, η μικρή και μεσαία επιχείρηση θα βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της πραγματικής ανάπτυξης, με ίσους όρους ανταγωνισμού, δίκαιους ελέγχους και ένα κράτος που θα λειτουργεί αποτρεπτικά για τα καρτέλ και τους μεγαλοαπατεώνες, προστατεύοντας επιτέλους τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
(Ο Νίκος Νυφούδης είναι αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ)


































