Εδώ και καιρό η κυβέρνηση επαναλαμβάνει μονότονα το ίδιο ερώτημα προς την αντιπολίτευση: «Πού είναι το πρόγραμμά σας; Είναι κοστολογημένο; Πού θα βρείτε τα χρήματα;».
Εύλογα ερωτήματα. Μόνο που υπάρχει ένα ακόμη πιο ουσιαστικό, στο οποίο οφείλει να απαντήσει η ίδια: Ποιο είναι τελικά το δικό της πρόγραμμα για την επόμενη τετραετία;
Ύστερα από επτά χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μπορεί να διεκδικεί μια τρίτη θητεία απευθυνόμενη μόνο στην αντιπολίτευση. Οφείλει να εξηγήσει τι άλλαξε ουσιαστικά στην ελληνική οικονομία και, κυρίως, τι σκοπεύει να αλλάξει τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Ενέσεις ασπιρίνης σε μια οικονομία με χρόνιες παθογένειες
Η ελληνική κοινωνία βιώνει μια παρατεταμένη κρίση αγοραστικής δύναμης. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στη στέγαση απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.
Η κυβερνητική απάντηση παραμένει κατά βάση αποσπασματική: περιορισμένες ενισχύσεις και επιδόματα. Πρόκειται για ενέσεις ασπιρίνης σε έναν βαριά ασθενή ,που πλέον δεν προσφέρουν ούτε πρόσκαιρη ανακούφιση.
Το ζητούμενο δεν είναι πόσα χρήματα θα επιστρέφει περιστασιακά η κυβέρνηση στους πολίτες. Είναι πώς θα δημιουργήσει μια οικονομία στην οποία οι μισθοί θα επαρκούν, οι επιχειρήσεις θα αναπτύσσονται και τα νοικοκυριά δεν θα χρειάζονται διαρκώς κρατική στήριξη για να ανταποκριθούν στις βασικές τους ανάγκες.
Επτά χρόνια μετά, ποιο είναι το παραγωγικό αποτύπωμα;
Ας απαντήσει η κυβέρνηση σε ένα απλό ερώτημα: Ποιο παραγωγικό μοντέλο οικοδόμησε από το 2019;
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατανάλωση, τον τουρισμό, τις υπηρεσίες και την αγορά ακινήτων με αποτέλεσμα το παραγωγικό έλλειμμα να παραμένει.
Πού βρίσκεται η ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής; Πού είναι η βιομηχανική ανασυγκρότηση; Πώς αξιοποιήθηκαν οι ευρωπαϊκοί πόροι και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης για να αλλάξει η παραγωγική δομή της χώρας;
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά με την αύξηση του ΑΕΠ. Πρέπει να αποτυπώνεται στην παραγωγικότητα, στις εξαγωγές, στις ποιοτικές θέσεις εργασίας και στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Δεν αρκεί να μεγαλώνει η οικονομία. Πρέπει να μεγαλώνει και η δυνατότητα των πολιτών να ζουν καλύτερα.
Αγρότες, μισθωτοί, μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Πού είναι το σχέδιο;
Για τους αγρότες, ποια είναι η στρατηγική μείωσης του κόστους παραγωγής, διαχείρισης των υδάτινων πόρων και σύνδεσης της πρωτογενούς παραγωγής με τη μεταποίηση; Θα συνεχίσουμε να συζητάμε μόνο για αποζημιώσεις και έκτακτες ενισχύσεις;
Για τους μισθωτούς, πώς θα αυξηθούν ουσιαστικά οι πραγματικές αποδοχές; Πώς θα συνδεθεί η παραγωγικότητα με τους μισθούς και πώς θα αντιμετωπιστεί το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης;
Για τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, ποιο είναι το σχέδιο πρόσβασης σε χρηματοδότηση, μείωσης του λειτουργικού κόστους και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας;
Πώς θα αξιοποιήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τις νέες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη, όταν πολλές δυσκολεύονται ακόμη να χρηματοδοτήσουν βασικές επενδύσεις;
Για τη βιομηχανία, ποιους παραγωγικούς κλάδους επιλέγει στρατηγικά η χώρα να αναπτύξει; Με ποιες υποδομές, ποια κίνητρα και ποιους μετρήσιμους στόχους;
Και στην ενέργεια, πώς είναι δυνατόν μια χώρα με τόσο σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών να μην έχει εξασφαλίσει αντίστοιχο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο ενεργειακό κόστος;
Η αποθήκευση ενέργειας, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων και η αυτοπαραγωγή πρέπει να αποτελέσουν εργαλεία ουσιαστικής μείωσης του κόστους για νοικοκυριά, αγρότες και επιχειρήσεις.
Η μεσαία τάξη δεν μπορεί να είναι ο μόνιμος χαμένος
Η μεσαία τάξη εργάζεται, επιχειρεί, φορολογείται και στηρίζει την ελληνική οικονομία. Κι όμως, ολοένα συχνότερα αισθάνεται ότι, παρά την προσπάθειά της, η οικονομική της ασφάλεια υποχωρεί.
Δεν χρειάζεται άλλες περιστασιακές ελαφρύνσεις. Χρειάζεται ένα περιβάλλον που θα επιτρέπει τη δημιουργία και τη διατήρηση πραγματικού εισοδήματος.
Χρειάζεται σταθερή και δικαιότερη φορολογία, προσιτή κατοικία, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και ευκαιρίες οικονομικής ανέλιξης.
Μια οικονομία που εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά δεν εξασφαλίζει προοπτική στη μεσαία τάξη, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένη αναπτυξιακή επιτυχία.
Τρίτη τετραετία για να αλλάξει τι;
Το ερώτημα είναι ένα: Διαθέτει συνεκτικό σχέδιο παραγωγικού μετασχηματισμού.
Μετά από επτά χρόνια, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτεραιότητες, χρονοδιαγράμματα, χρηματοδότηση και μετρήσιμους στόχους για την επόμενη τετραετία.
Γιατί η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλη μία περίοδο διαχείρισης των ίδιων προβλημάτων. Έχει ανάγκη από ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό συμβόλαιο που θα συνδέει την ανάπτυξη με την ευημερία της κοινωνίας.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιο πρόγραμμα έχει η αντιπολίτευση. Είναι ποιο σχέδιο έχει η ίδια η κυβέρνηση, ύστερα από επτά χρόνια εξουσίας.
Ζητά μια τρίτη τετραετία για να αλλάξει την Ελλάδα ή απλώς για να συνεχίσει να διαχειρίζεται μια πραγματικότητα στην οποία η ακρίβεια, η παραγωγική στασιμότητα και η οικονομική ανασφάλεια έχουν γίνει καθημερινότητα;
Αυτή είναι η απάντηση που οφείλει στους πολίτες. Και αυτήν δεν μπορεί να την υποκαταστήσει καμία επικοινωνιακή αντιπαράθεση.
(Ο Κώστας Μπουλμέτης είναι Διευθυντής γραφείου Γραμματέα Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης)































