Η νέα ενεργειακή κρίση έχει, προφανώς, διεθνείς αιτίες - οι πολεμικές συγκρούσεις, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες πιέζουν τις τιμές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, αρχίζει ακριβώς από εκεί. Γιατί η ίδια διεθνής κρίση δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο παντού; Είναι οι διαφορετικές συνθήκες στην οικονομία, στο φορολογικό σύστημα, στις αγορές και στην κοινωνική αντοχή.
Στην Ελλάδα έχουμε μια κοινωνία ήδη πιεσμένη από μια πολυετή κρίση αγοραστικής δύναμης. Το 2025 το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόταν μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μαζί με τη Βουλγαρία στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ. Αυτά δεν είναι στιγμιότυπα μιας κακής χρονιάς αλλά τα αποτελέσματα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Χρόνια στα οποία διακρίνεται πλέον ένα σταθερό οικονομικό υπόδειγμα - ισχυρή εξάρτηση των δημοσίων εσόδων από την κατανάλωση, υψηλοί έμμεσοι φόροι, σοβαρά προβλήματα ανταγωνισμού σε κρίσιμες αγορές και, όταν η πίεση γίνεται κοινωνικά ασφυκτική, έκτακτες επιδοτήσεις για να περιοριστούν οι συνέπειες όταν η κοινωνική πίεση κορυφώνεται. Η σημερινή ενεργειακή κρίση κάνει ακόμη πιο εμφανές το βασικό πρόβλημα.
Η Ελλάδα έχει κανονικό συντελεστή ΦΠΑ 24%. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες αντιστοιχούσαν το 2023 στο 40,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας, ποσοστό από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Το 2025 το κράτος εισέπραξε 27,8 δισ. ευρώ μόνο από ΦΠΑ, ενώ στο οκτάμηνο του 2026 τα έσοδα ΦΠΑ ήταν κατά 905 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο, αφού αφαιρεθεί η ειδική επίδραση της σύμβασης παραχώρησης που καταγράφει το Υπουργείο Οικονομικών.
Οι αριθμοί όμως έχουν πολιτικό περιεχόμενο. Όταν ένα κράτος αντλεί μεγάλο μέρος των εσόδων του από την κατανάλωση, η επιβάρυνση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή σε όσους καταναλώνουν σχεδόν ολόκληρο το εισόδημά τους για να ζήσουν - στον μισθωτό, στον συνταξιούχο, στο νοικοκυριό με ένα εισόδημα, στη μικρή επιχείρηση. Ειδικά οι φόροι στα καύσιμα έχουν σαφείς αναδιανεμητικές συνέπειες και επιβαρύνουν δυσανάλογα, ως ποσοστό του εισοδήματος, τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η ελληνική κοινωνία εξαρτάται από το πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστά 40%, πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Απέναντι στη νέα ενεργειακή πίεση η κυβέρνηση επιμένει και πάλι στη λογική των προσωρινών επιδοτήσεων. Με τη λογική της κατά περιόδους εξέταση των δεδομένων και των αποφάσεων προχωρά σε επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης. Μέτρα όμως που ήρθαν καθυστερημένα και πολλά από αυτά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά. Είναι προφανές ότι κάθε ελάφρυνση έχει αξία για τον πολίτη που πιέζεται όμως δεν απαντά στο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί. Υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία. Μπορεί να εξεταστεί ένα αυστηρά προσωρινό πλαφόν στα περιθώρια σε κρίσιμα στάδια της αλυσίδας καυσίμων, με διαφανή κοστολογικά κριτήρια και ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς. Μπορούν να φορολογηθούν τα πραγματικά υπερυπερκέρδη που δημιουργούνται από την κρίση και τα έσοδα να επιστρέψουν στην κοινωνία. Είναι δύο από τα τέσσερα μέτρα που προτείνει η ΕΛ.Α.Σ. και δεν συνεπάγονται δημοσιονομική επιβάρυνση. Μπορεί, επίσης, να μειωθεί προσωρινά ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, όπου υπάρχει καθαρό εθνικό περιθώριο. Για τον ΦΠΑ στα καύσιμα απαιτείται αντίστοιχη ευρωπαϊκή δυνατότητα και εκεί η κυβέρνηση οφείλει να τη διεκδικήσει.
Το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασε, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, στο 4,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,7%. Πρέπει όμως να συζητήσουμε πώς παράγεται αυτή η επίδοση και ποιο βάρος σηκώνουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Για μια προοδευτική οικονομική πολιτική το ζητούμενο δεν μπορεί να εξαντλείται στη δημοσιονομική επίδοση. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη, πραγματικό ανταγωνισμό στις αγορές, ισχυρότερους μισθούς, έλεγχο των έκτακτων κερδών όπου αυτά δημιουργούνται και ένα κράτος που δεν περιμένει κάθε φορά να φτάσει η κρίση στην πόρτα του πολίτη για να επιστρέψει, μέσω μιας προσωρινής επιδότησης, ένα μικρό μέρος από όσα έχει ήδη εισπράξει.
(Ο Αντώνης Σαουλίδης είναι Δικηγόρος Παρ'Αρείω Πάγω MA-IR, MA-EYP, Υποψήφιος Διδάκτωρ Ειδικευμένος σε θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Πιστοποιημένος Υπεύθυνος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων)































