Ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στελέχη άλλων αριστερών κομμάτων, όπως η Νέα Αριστερά, ασκεί έντονη κριτική στον Αλέξη Τσίπρα κατηγορώντας τον για προγραμματική μετατόπιση, καθώς στο οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε στη ΔΕΘ δεν περιέλαβε καμία αναφορά ή δέσμευση για την επαναφορά της 13ης σύνταξης. Κι αυτό γιατί το 2019, υπό την πρωθυπουργία του η κυβέρνηση είχε θεσμοθετήσει μόνιμα τη 13η σύνταξη (Νόμος 4611/2019), η οποία καταβλήθηκε εκείνη τη χρονιά και στη συνέχεια καταργήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλεί τον Αλέξη Τσίπρα ότι με τη στάση του υποχωρεί από έναν εμβληματικό νόμο που ο ίδιος είχε ψηφίσει. Και συμπεραίνει ότι η απουσία του μέτρου αυτού από τις τρέχουσες εξαγγελίες του αποτελεί «συμβιβασμό» και ευθυγράμμιση με τα στενά δημοσιονομικά όρια που θέτει η σημερινή κυβέρνηση. Ο δε Νίκος Παπάς τόνισε πως πρόκειται για απομάκρυνση από τον πυρήνα της αριστερής πολιτικής.
Η απάντηση του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης απέναντι σε αυτή την κριτική επικεντρώθηκε στην ανάγκη για δημοσιονομική υπευθυνότητα, ρεαλισμό και υπερκομματική αξιοπιστία. Δηλαδή, αντί ενός «καταλόγου παροχών» προτάχθηκε μια στρατηγική αλλαγή παραδείγματος για την ελληνική οικονομία. Ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, εξήγησε πως οι προβλέψεις για τα οικονομικά περιθώρια της χώρας βασίζονται σε πραγματικά νούμερα και όχι σε «πολιτικές προθέσεις». Η ΕΛ.Α.Σ. επέλεξε να θέσει συγκεκριμένες προτεραιότητες εντός αυτών των ορίων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα κόμματα της εκείθεν αριστεράς στη μετά Τσίπρα εποχή· οι ιδεολογικές ιδεοληψίες, ο μαξιμαλισμός και κυρίως η έλλειψη πραγματισμού και ως εκ τούτου η ογκώδης άγνοια κινδύνου. Να δούμε όμως γιατί…
Το σχέδιο Τσίπρα για την ανασυγκρότηση της χώρας είναι αυστηρά κοστολογημένο στα 7,5 δισ. ευρώ στην 4ετία με περίπου 2 δισ. ευρώ υπέρβαση από τα σημερινά δεδομένα που όμως θα καλυφθούν με άνεση από τη φυσική αύξηση των μεγεθών. Γιατί όμως ο Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ. βγήκαν τόσο συντηρητικά; Από έλλειψη αριστεροσύνης; Από υποταγή στις Βρυξέλλες και στις νεοφιλελεύθερες επιταγές; Από συντηρητισμό και φοβία;
Τίποτε από αυτά. Από απλό ρεαλισμό έναντι του δημοσιονομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του μακροοικονομικού δημοσιονομικού πλαισίου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και δεσμεύει τη χώρα έως το 2028. Τι σημαίνουν όμως αυτά; Ας κάνουμε ένα μικρό μάθημα ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας…
Κουτί ή αλλιώς ευρωδημοσιονομικός κορσές και επίσημα «Κανόνας των Δαπανών» είναι ο κεντρικός δείκτης με τον οποίο η ΕΕ ελέγχει τον ρυθμό αύξησης των καθαρών «πρωτογενών δαπανών» κάθε χώρας, δηλ. όλες τις δαπάνες πλην αυτές για την πληρωμή των τόκων του δημόσιου χρέους. Αν μια χώρα έχει απρόσμενα αυξημένα έσοδα δεν επιτρέπεται να αυξήσει αυτόματα τις δαπάνες της, εκτός αν τα έσοδα προέρχονται από μόνιμα φορολογικά μέτρα (π.χ. πάταξη της φοροδιαφυγής).
Η ΕΕ χρησιμοποιεί επιπλέον και τον όρο «καθαρές πρωτογενείς δαπάνες», που δεν περιλαμβάνει τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις δαπάνες για την ανεργία, ώστε να βλέπει πόσο αυξάνει ή μειώνει τις δαπάνες μια κυβέρνηση χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον δικό της εθνικό προϋπολογισμό.
Στην Ελλάδα, με δεδομένο ότι οι πρωτογενείς δαπάνες αποτελούν περίπου το 87% έως 90% των συνολικών ετήσιων δαπανών του κράτους και το υπόλοιπο 10% έως 13% τους τόκους, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες της Ελλάδας για το 2026 δεν επιτρέπεται να αυξηθούν πάνω από 3,6% (ή περίπου 3,6 δισ. ευρώ) σε σχέση με το 2025.
Τα επιπλέον έσοδα (υπεραπόδοση) κατευθύνονται υποχρεωτικά στη μείωση του δημόσιου χρέους. Όμως, για να προχωρήσει η κυβέρνηση σε μόνιμες ελαφρύνσεις (π.χ. μείωση φόρων) ή νέες παροχές, θα πρέπει είτε να κόψει άλλες δαπάνες ισόποσα, είτε να αποδείξει ότι τα νέα έσοδα έχουν μόνιμο χαρακτήρα.
Η Κομισιόν επιπλέον δημιούργησε ένα ψηφιακό Control Account για κάθε χώρα. Έτσι, αν στην Ελλάδα το σωρευτικό έλλειμμα του λογαριασμού ξεπεράσει το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως (ή το 0,6% σωρευτικά), η χώρα μπαίνει αυτόματα σε επιτήρηση, δηλαδή τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις διαφωνούν καθέτως και οριζοντίως με αυτά τα δεδομένα, θα πρέπει να ανακοινώσουν στους Έλληνες πολίτες εάν παραμένουν κόμματα με ευρωπαϊκή ταυτότητα ή είναι όπως το ΚΚΕ υπέρ της εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διότι μπορεί ο ευρωπαϊκός δημοσιονομικός κορσές να μην μας αρέσει, αλλά δεν πρέπει να ξεχνά η όποια αριστερά για πιο λόγο η χώρα χρεοκόπησε και ποιες παρατάξεις έχουν την ευθύνη γι΄ αυτό και τα ατελέσφορα μνημόνια.
Συνεπώς, το αριστερόμετρο δεν μετράει ποιος πλειοδοτεί σε παροχές, αλλά ποιος μπορεί μέσα στον δημοσιονομικό κορσέ να κάνει την ανακατανομή, χωρίς να ξαναφέρει την τρόικα στη χώρα.
(Ο Μάκης Ανδρονόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας)



























