Φέτος, πρώτη φορά µετά το 2006, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για την Ελλάδα, το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο προχώρησε και σε αξιολόγηση του χρηµατοπιστωτικού τοµέα. Το Ταµείο αναλύει τρεις σοβαρές αδυναµίες στο σύστηµα: στην ποιότητα των κεφαλαίων του, στην ποιότητα της πιστωτικής επέκτασής του και στο θέµα (που, πλέον, έχει καταστεί πολύ µεγάλο λαϊκό πρόβληµα...) της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Στο τελευταίο, το ∆ΝΤ υπενθυµίζει κάτι που καθ’ ηµάς υπάρχει ροπή να λησµονείται: ότι µπορεί οι ισολογισµοί των τραπεζών να απαλλάχθηκαν από τα κόκκινα δάνεια, αλλά δεν απαλλάχθηκε από αυτά η οικονοµία µας. Τη βαραίνει ένα βουνό από 2,9 εκατ. δάνεια, αρχικής αξίας 72,6 δισ. ευρώ, που κρατούν σε καθεστώς ιδιότυπης οµηρίας 2,4 εκατ. δανειολήπτες. Ενώ οι ξένοι επενδυτές που ελέγχουν τους servicers, αφού έβγαλαν δισ. κέρδη στο εξωτερικό αφορολόγητα (λόγω προνοµιακού µνηµονιακού καθεστώτος), υποεπενδύουν σε ανθρώπους και συστήµατα, µε συνέπεια να επιτείνουν τη διαιώνιση του προβλήµατος και, µαζί, των δηµοσιονοµικών κινδύνων που ελλοχεύουν.
Οσον αφορά την πιστωτική επέκταση, το Ταµείο επισηµαίνει ότι οι τέσσερις συστηµικές τράπεζες έχουν µεγάλη έκθεση δανεισµού στους ίδιους πελάτες. Τα δέκα µεγαλύτερα κοινά ανοίγµατά τους σε επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 81% των Tier I κεφαλαίων τους. Αυτό, εκτός του ότι παραπέµπει στο µεταξύ
Ποιες αδυναµίες λέει το ∆ΝΤ να προσέξουµε στο χρηµατοπιστωτικό µας σύστηµα.
σοβαρού και αστείου λεγόµενο πως το σύστηµα δανείζει όσους δεν έχουν ανάγκη και αποκλείει όλους τους άλλους, κρύβει και κινδύνους: Αν ένας ή περισσότεροι µεγάλοι όµιλοι αντιµετωπίσουν πρόβληµα, ο κίνδυνος θα µεταδοθεί ακαριαία σε όλο το τραπεζικό σύστηµα.
Η τρίτη αδυναµία που επισηµαίνει το ∆ΝΤ είναι η ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων, διότι σηµαντικό µέρος τους δεν είναι παρά ο αναβαλλόµενος φόρος. Προφανώς δεν υπάρχει άµεσο ρίσκο. Αλλά σε περίπτωση µιας σοβαρής (π.χ. από κάποια εξωτερική αιτία) κρίσης, οι αναβαλλόµενες φορολογικές απαιτήσεις καθώς και οι κρατικές εγγυήσεις του συστήµατος «Ηρακλής» θα µπορούσαν να αναβιώσουν τον φαύλο κύκλο σύνδεσης κράτους - τραπεζών.
Φέτος οι τράπεζες είχαν µια µεγάλη ευκαιρία να το κάνουν, αξιοποιώντας τα υψηλά κέρδη τους. Προτίµησαν να µοιράσουν το 50%-55% των κερδών τους σε µερίσµατα (που, µάλιστα, ο όγκος τους φεύγει από την Ελλάδα και πάει στους ξένους µεγαλοµετόχους τους), ενώ ειδικά η Εθνική (πάλαι ποτέ η πιο συνετή και φιλική στο δηµόσιο συµφέρον) έσπασε κάθε ρεκόρ, µοιράζοντας το 80% των καθαρών προ φόρων κερδών της – λες και δεν υπάρχει αύριο...
Με τη διανοµή υψηλού µερίσµατος –µας λένε οι τράπεζες– γίνονται ελκυστικές στους επενδυτές, πολλώ δε µάλλον που επί χρόνια δεν διένεµαν µέρισµα ολωσδιόλου.
Υπάρχει ένα βάσιµο και, κατά τη γνώµη µας, ορθό αντεπιχείρηµα: ότι οι ελληνικές τράπεζες καθίστανται ελκυστικές όταν µεριµνούν να γίνουν πιο ισχυρές και βάσιµα δηµιουργούν µεγάλες προσδοκίες. Αυτό θα απαιτούσε να µοιράσουν λιγότερα κέρδη ως µέρισµα φέτος (ίσως 30%) και µε τα υπόλοιπα να αποµειώσουν δραστικά τον αναβαλλόµενο φόρο. Φαίνεται, όµως, ότι ο κυρίαρχος βραχυπροθεσµισµός δεν αφήνει ούτε αυτές ανεπηρέαστες.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)





























