Υπάρχουν πολιτικοί μύθοι που κατασκευάζονται για να συσκοτίσουν την αλήθεια. Ένας από αυτούς είναι η επαναλαμβανόμενη φράση ότι «ο Τσίπρας έφερε τα funds». Πρόκειται για σύνθημα βολικό, εύπεπτο, χρήσιμο για τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, αλλά βαθύτατα παραπλανητικό. Διότι συγχέει σκόπιμα δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, άλλο η θεσμοθέτηση ενός αυστηρού πλαισίου για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων και άλλο η μαζική, κρατικοεγγυημένη μεταφορά του ιδιωτικού χρέους στα funds μέσω τιτλοποιήσεων, χωρίς τις ασφαλιστικές δικλείδες του νόμου του 2015.
Το 2015 η χώρα είχε μπροστά της ένα πραγματικό και εκρηκτικό πρόβλημα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν πνίξει τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η οικονομία δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί, οι τράπεζες παρέμεναν εγκλωβισμένες σε ένα βουνό επισφαλειών, επιχειρήσεις και νοικοκυριά είχαν γονατίσει. Δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική δύναμη που να μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα κόκκινα δάνεια δεν έπρεπε να εξέλθουν από το τραπεζικό σύστημα. Το ερώτημα ήταν πώς θα γινόταν αυτό. Με κανόνες ή χωρίς κανόνες; Με προστασία του οφειλέτη ή με παράδοσή του σε μηχανισμούς μαζικής εκποίησης; Με δημόσιο έλεγχο ή με χρηματοπιστωτική ασυδοσία;
Η κυβέρνηση Τσίπρα νομοθέτησε, με τον ν. 4354/2015, ένα αυστηρό ειδικό πλαίσιο διαχείρισης και μεταβίβασης απαιτήσεων, με εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αδειοδότηση εταιρειών διαχείρισης, υποχρεώσεις ενημέρωσης, διατήρηση της ουσιαστικής και δικονομικής θέσης του οφειλέτη και του εγγυητή. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι υποχρέωνε την τράπεζα να υποβάλει στον δανειολήπτη ευνοϊκή έγγραφη πρόταση ρύθμισης της οφειλής, πριν από τη μεταβίβασή της.
Αυτή ήταν η πολιτική και νομική καρδιά του πλαισίου του 2015. Ο οφειλέτης βρισκόταν στο επίκεντρο. Υπήρχαν διαδικασίες, κανόνες, εποπτικές προϋποθέσεις, φορολογικές επιβαρύνσεις, τέλη, υποχρεώσεις και κόφτες για τους πιστωτές. Γι’ αυτό και το πλαίσιο αυτό αποδείχθηκε ασύμφορο για εκείνους που ήθελαν γρήγορη, μαζική και φορολογικά ευνοϊκή εκκαθάριση των τραπεζικών ισολογισμών. Η πραγματικότητα το αποδεικνύει. Από το 2015 έως και το καλοκαίρι του 2019, που επήλθε κυβερνητική αλλαγή, δεν υπήρξε σχεδόν καμία μεταβίβαση δανείου. Η έκρηξη των τιτλοποιήσεων ήρθε μετά το δ΄ τρίμηνο του 2019: 23,537 δισ. ευρώ το 2019, +15,4 δισ. το 2020, +40,8 δισ. το 2021 κ.λπ.
Και γιατί οι πωλήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων ξεκίνησαν και υλοποιήθηκαν μετά την κυβερνητική αλλαγή και την ανάληψη της εξουσίας από τον κ. Μητσοτάκη και τη ΝΔ;
Γιατί η νέα τότε κυβέρνηση αποφάσισε να υποκύψει στην απαίτηση των τραπεζών, των funds και των servicers να προσπεραστεί το αυστηρό πλαίσιο του 2015 και να διαμορφωθεί ένα άλλο, ευνοϊκότερο γι’ αυτούς πλαίσιο. Έτσι ψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ το σχέδιο «Ηρακλής» (ν. 4649/2019), με το οποίο επιτρεπόταν η μαζική μεταφορά του ιδιωτικού χρέους μέσω τιτλοποιήσεων, με τη χρήση ενός παλαιότερου νόμου που είχε θεσπιστεί σε άλλη εποχή και για άλλο σκοπό (ν. 3156/2003) και δεν προέβλεπε προηγούμενη πρόταση ρύθμισης, ειδικές εγγυήσεις, εποπτικές δικλείδες και φορολογικές επιβαρύνσεις. Ήταν ένα νομικό εργαλείο απολύτως φιλικό προς τις ανάγκες των πιστωτών και των «επενδυτών».
Με βάση το νομοθέτημα αυτό, προβλέπονταν ευρείες φορολογικές απαλλαγές για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων προς και από εταιρείες ειδικού σκοπού, για την είσπραξη απαιτήσεων, για τις συμβάσεις και τις συναφείς πράξεις. Πρόκειται για ένα καθεστώς εντελώς διαφορετικό από το πλαίσιο του 2015. Και σαν να μην έφτανε αυτό, με τον «Ηρακλή» το Ελληνικό Δημόσιο μπήκε εγγυητής στις τιτλοποιήσεις. Δηλαδή η πολιτεία έβαλε την εγγυητική της ισχύ στην υπηρεσία της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών και όχι στην υπηρεσία της κοινωνικής διάσωσης των οφειλετών.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η μαζική μεταφορά κόκκινων δανείων δεν έγινε επειδή δήθεν ο Τσίπρας «έφερε τα funds». Έγινε όταν η κυβέρνηση της ΝΔ επέλεξε να ενεργοποιήσει, να χρηματοδοτήσει και να θωρακίσει πολιτικά και θεσμικά έναν μηχανισμό τιτλοποιήσεων με κρατική εγγύηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εγκρίνει τον «Ηρακλή» ήδη στις 9 Οκτωβρίου 2019, ως σχήμα που θα βοηθούσε τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να βγάλουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τους ισολογισμούς τους. Με τον «Ηρακλή», το Δημόσιο εγγυήθηκε τις τιτλοποιήσεις. Δηλαδή η απομάκρυνση των κόκκινων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών δεν έγινε απλώς με ιδιωτική συναλλαγή αλλά με δημόσια εγγύηση.
Άρα, ας τελειώνουμε με τον μύθο. Ο Τσίπρας δεν «έφερε τα funds» με την έννοια που επιχειρεί να περάσει η πολιτική προπαγάνδα. Η κυβέρνησή του θεσμοθέτησε, υπό την πίεση μιας τεράστιας τραπεζικής κρίσης και των μνημονιακών δεσμεύσεων, ένα πλαίσιο για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ένα πλαίσιο αυστηρό, εποπτευόμενο, με υποχρέωση προηγούμενης πρότασης ρύθμισης, με κανόνες έναντι του οφειλέτη, με φορολογικές και διοικητικές επιβαρύνσεις, με ρητή απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του δανειολήπτη. Η μαζική είσοδος των funds στην καθημερινή ζωή εκατοντάδων χιλιάδων δανειοληπτών έγινε όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε τον δρόμο του «Ηρακλή», τον δρόμο των τιτλοποιήσεων, του ν. 3156/2003, των κρατικών εγγυήσεων, της μεγάλης εκκαθάρισης των τραπεζικών ισολογισμών χωρίς ισοδύναμη κοινωνική εκκαθάριση του ιδιωτικού χρέους.
Το πρόβλημα των εγγεγραμμένων στους ισολογισμούς των τραπεζών κόκκινων δανείων έπρεπε να λυθεί. Αλλά δεν έπρεπε να λυθεί μόνο υπέρ των τραπεζών και των funds. Μια δίκαιη πολιτεία θα έλεγε κάτι απλό, εφόσον το δάνειο πωλείται ή τιτλοποιείται σε τιμή βαθιάς απομείωσης, ο οφειλέτης πρέπει να έχει πραγματική δυνατότητα ρύθμισης με βάση αυτή την οικονομική πραγματικότητα. Όχι να κυνηγιέται για το 100% μιας απαίτησης που αγοράστηκε στο 10%, στο 15% ή στο 20%. Όχι να εγγυάται το Δημόσιο την επιτυχία των τιτλοποιήσεων αλλά να μην εγγυάται μια βιώσιμη δεύτερη ευκαιρία στον πολίτη.
Ο μύθος ότι «ο Τσίπρας έφερε τα funds» υπηρετεί έναν σκοπό, να κρυφτεί η πολιτική ευθύνη για τη μεγάλη μετατροπή του ιδιωτικού χρέους σε αγορά μαζικής κερδοσκοπικής διαχείρισης. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη αλλά και πιο αποκαλυπτική. Το 2015 θεσπίστηκε πλαίσιο ελέγχου. Το 2019 άνοιξε η λεωφόρος των τιτλοποιήσεων. Και εκεί, στον «Ηρακλή», βρίσκεται η πραγματική τομή.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι να επιστρέψουμε σε συνθήματα. Είναι να επιστρέψουμε στη δικαιοσύνη. Να υπάρξει υποχρεωτική πρόταση ρύθμισης πριν από κάθε αναγκαστικό μέτρο. Να υπάρξει δικαίωμα του οφειλέτη να εξαγοράζει ή να ρυθμίζει την απαίτηση με βάση την πραγματική τιμή μεταβίβασης, προσαυξημένη με εύλογο κέρδος. Να υπάρξει πλήρης διαφάνεια στις τιτλοποιήσεις. Να υπάρξει αυστηρός έλεγχος στους servicers. Διότι η οικονομία δεν είναι μόνο ισολογισμοί. Είναι κυρίως σπίτια, επιχειρήσεις, εργασίες, κόποι, οικογένειες, αξιοπρέπεια. Και μια προοδευτική πολιτική για το ιδιωτικό χρέος πρέπει να αρχίζει από τον άνθρωπο και την ανάγκη του να σταθεί ξανά όρθιος.
(Ο Δημήτριος Λυρίτσης είναι Δικηγόρος, ειδικός σε ζητήματα ιδιωτικού χρέους)






























