Σχέδια υπέρμετρης οικοδόμησης στην Αττική προωθεί η κυβέρνηση με αλλαγές στους συντελεστές δόμησης που απειλούν να μεταβάλουν σημαντικά τη φυσιογνωμία ολόκληρων περιοχών.
Μέσω των προτεινόμενων Ζωνών Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης (ΖΥΣ), δημιουργείται η δυνατότητα για περίπου 1,63 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα πρόσθετης δόμησης στον Βόρειο Τομέα Αθηνών και στην Ανατολική Αττική. Πρόκειται για έναν σχεδιασμό που εγείρει σοβαρά περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς η μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας αντιμετωπίζει ήδη τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, την απώλεια ελεύθερων χώρων, την κυκλοφοριακή συμφόρηση και την επιβάρυνση των δημόσιων υποδομών.
Αντί η πολιτεία να δώσει προτεραιότητα στην αύξηση του αστικού πρασίνου, στη δημιουργία πάρκων και στην προστασία της ποιότητας ζωής, προωθεί τη δυνατότητα πρόσθετης οικοδομικής εκμετάλλευσης σε περιοχές που παρουσιάζουν διαφορετικά αλλά εξίσου σημαντικά προβλήματα περιβαλλοντικής αντοχής. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η Αττική μπορεί να υποδεχθεί εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον τετραγωνικά μέτρα κτιρίων χωρίς να επιδεινωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της.
Οι περιοχές που προβλέπεται να επιβαρυνθούν
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στον Βόρειο Τομέα της Αθήνας προβλέπονται περίπου 584.400 τετραγωνικά μέτρα πρόσθετης δόμησης σε έντεκα δημοτικές ενότητες, ενώ για την Ανατολική Αττική έχουν παρουσιαστεί προτάσεις για 37 επιπλέον ζώνες, με σημαντικές δυνατότητες οικοδομικής ανάπτυξης. Στον Βόρειο Τομέα, τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σε απόλυτους αριθμούς εμφανίζει το Χαλάνδρι, με 217.300 τετραγωνικά μέτρα, και ακολουθεί η Μεταμόρφωση με 148.700 τετραγωνικά μέτρα. Στον Χολαργό προτείνονται 64.500 επιπλέον τετραγωνικά μέτρα, στην Κηφισιά 33.078, στη Νέα Ιωνία 23.800, στη Φιλοθέη 15.200 και στη Λυκόβρυση 3.500.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν διαφορετικές κλίμακες παρέμβασης, όμως η περιβαλλοντική σημασία τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος της πρόσθετης δόμησης. Σύμφωνα με οικολογικές οργανώσεις, σε περιοχές χαμηλής πυκνότητας, ακόμη και μικρότερες αυξήσεις μπορούν να επηρεάσουν τον χαρακτήρα των γειτονιών, τη διατήρηση των ιδιωτικών κήπων και τη σχέση ανάμεσα στον δομημένο και τον ελεύθερο χώρο.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Φιλοθέης, της Κηφισιάς και της Λυκόβρυσης, όπου οι προτεινόμενες αλλαγές δημιουργούν διαφορετικούς περιβαλλοντικούς κινδύνους. Στη Φιλοθέη, η δυνατότητα πρόσθετης δόμησης 15.200 τετραγωνικών μέτρων κατά μήκος της λεωφόρου Κηφισίας επαναφέρει τη συζήτηση για τη σταδιακή μεταβολή της φυσιογνωμίας μιας περιοχής που χαρακτηρίζεται από χαμηλή δόμηση, δενδροφυτεμένους δρόμους και σημαντική παρουσία ιδιωτικού πρασίνου. Στην Κηφισιά, οι προτεινόμενες ζώνες στην περιοχή της Καλυφτάκη και προς τα όρια με τη Λυκόβρυση επιτρέπουν πρόσθετη δόμηση άνω των 33.000 τετραγωνικών μέτρων, προκαλώντας ανησυχία για την ενίσχυση της οικοδομικής πίεσης σε μια περιοχή με χαρακτηριστικά κηπούπολης. Αντίστοιχα, στη Λυκόβρυση, παρότι η προβλεπόμενη πρόσθετη δόμηση περιορίζεται στα 3.500 τετραγωνικά μέτρα, η γειτνίαση με τη βιομηχανική περιοχή της Μεταμόρφωσης καθιστά αναγκαία τη συνολική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Σημαντικές πιέσεις αναμένεται να δημιουργηθούν και σε περισσότερο πυκνοδομημένες περιοχές. Το Χαλάνδρι αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, καθώς συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη πρόσθετη δόμηση, με επτά προτεινόμενες ζώνες και αυξήσεις συντελεστή έως 0,50. Η περαιτέρω οικοδομική ανάπτυξη μπορεί να επιβαρύνει το ήδη πιεσμένο κυκλοφοριακό δίκτυο και να αυξήσει τις ανάγκες σε δημόσιους χώρους, σχολεία και υποδομές. Στη Μεταμόρφωση, η δυνατότητα κατασκευής 148.700 επιπλέον τετραγωνικών μέτρων σε παλαιές βιομηχανικές περιοχές δημιουργεί το ερώτημα εάν η πολεοδομική ανασυγκρότηση θα συνοδευτεί από ουσιαστική περιβαλλοντική αποκατάσταση ή θα περιοριστεί στην οικονομική αξιοποίηση της γης. Στον Χολαργό, τα 64.500 πρόσθετα τετραγωνικά μέτρα ενδέχεται να εντείνουν την πίεση σε γειτονιές με ήδη σημαντική οικοδομική πυκνότητα. Αντίστοιχα, στη Νέα Ιωνία, η προτεινόμενη αύξηση του συντελεστή κατά 0,60 σε τρεις ζώνες δημιουργεί δυνατότητες για μεγαλύτερους κτιριακούς όγκους, σε μια πόλη που έχει ανάγκη από περισσότερο πράσινο και ανάκτηση δημόσιων χώρων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στην Ανατολική Αττική, όπου οι προτεινόμενες ζώνες αφορούν μεταξύ άλλων τις Αχαρνές, την Παλλήνη και τον Διόνυσο. Πρόκειται για περιοχές με διαφορετικά πολεοδομικά χαρακτηριστικά, αλλά με κοινές ανάγκες προστασίας των ελεύθερων εκτάσεων, ενίσχυσης των υποδομών και προσαρμογής στην κλιματική κρίση.
Ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν ήδη δοκιμαστεί από πυρκαγιές ή πλημμυρικά φαινόμενα, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικισμών πρέπει να αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες.
Η αιτιολόγηση της κυβέρνησης και οι περιβαλλοντικές αντιδράσεις
Η κυβέρνηση επικαλείται ως βασική αιτιολόγηση για την ενεργοποίηση της μεταφοράς συντελεστή δόμησης την αδυναμία ιδιοκτητών διατηρητέων, δεσμευμένων ή άλλων ειδικών κατηγοριών ακινήτων να αξιοποιήσουν τα οικοδομικά τους δικαιώματα.
Ωστόσο, η επίκληση αυτού του προβλήματος κινδυνεύει να λειτουργήσει ως βολική δικαιολογία για μια πολύ ευρύτερη αύξηση της οικοδομικής εκμετάλλευσης. Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και η αποκατάσταση αδικιών εις βάρος ιδιοκτητών αποτελούν θεμιτούς στόχους, δεν μπορούν όμως να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για την επιβάρυνση άλλων περιοχών.
Η μεταφορά συντελεστή δεν εξαφανίζει τη δόμηση, αλλά μεταφέρει τη δυνατότητα πραγματοποίησής της σε διαφορετικά σημεία του αστικού ιστού. Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι περιοχές υποδοχής διαθέτουν πραγματικά την περιβαλλοντική και πολεοδομική ικανότητα να αντέξουν την πρόσθετη ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια, καθώς οι πολίτες καλούνται να αποδεχθούν νέες πολεοδομικές επιβαρύνσεις χωρίς να έχουν παρουσιαστεί εξίσου συγκεκριμένες δεσμεύσεις για περισσότερο πράσινο, καλύτερες υποδομές και αναβάθμιση της καθημερινότητάς τους. Το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής μπορεί να αποδειχθεί σημαντικό, εάν οι κάτοικοι θεωρήσουν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς ουσιαστική συμμετοχή τους και χωρίς επαρκή συνεκτίμηση των περιβαλλοντικών συνεπειών.































