Νέο πλαίσιο παρακολούθησης του πραγματικού κόστους των δανείων που χορηγούνται στους καταναλωτές τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Οκτωβρίου, με στόχο να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το πόσο πραγματικά κοστίζει μια πίστωση, πέρα από το ονομαστικό επιτόκιο.
Με πράξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, τα πιστωτικά και λοιπά χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και χορηγούν πιστώσεις σε καταναλωτές υποχρεώνονται να αποστέλλουν αναλυτικά στοιχεία στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο, γνωστό ως ΣΕΠΕ, το οποίο αποτυπώνει συνολικότερα το κόστος μιας πίστωσης για τον καταναλωτή. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα προσδιορίζει τη μεθοδολογία υπολογισμού του μέσου ΣΕΠΕ και θα το δημοσιεύει ανά τρίμηνο. Στόχος της νέας διαδικασίας είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της προστασίας των καταναλωτών, καθώς και η προώθηση υπεύθυνων πρακτικών κατά τη χορήγηση πιστώσεων.
Η υποχρέωση αφορά τις συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται με καταναλωτές, είτε απευθείας είτε μέσω μεσιτών πιστώσεων.
Όπως προκύπτει από το υπόδειγμα που συνοδεύει την απόφαση, θα συλλέγονται στοιχεία για τον αριθμό και το συνολικό ποσό των συμβάσεων, το μέσο ύψος της πίστωσης, τη διάρκειά της, το μέσο ονομαστικό επιτόκιο, το μέσο ΣΕΠΕ και τις συνολικές επιβαρύνσεις. Η καταγραφή καλύπτει, μεταξύ άλλων, καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια, χρηματοδότηση για αγορά αυτοκινήτου, πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια, υπεραναλήψεις, δάνεια για επισκευή ή ανακαίνιση κατοικίας και «πράσινα» δάνεια.
Η νέα διαδικασία ξεκινά επίσημα την 1η Οκτωβρίου 2026
Τα στοιχεία θα υποβάλλονται κάθε τρίμηνο και μέχρι τη 15η εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του τριμήνου αναφοράς. Η νέα διαδικασία ξεκινά επίσημα την 1η Οκτωβρίου 2026, ενώ η πρώτη υποβολή θα αφορά ήδη το τρίτο τρίμηνο του έτους και θα πρέπει να ολοκληρωθεί έως τη 15η εργάσιμη ημέρα του Οκτωβρίου. Σε περίπτωση μη υποβολής, καθυστέρησης ή αποστολής ελλιπών ή λανθασμένων στοιχείων προβλέπεται η εφαρμογή κυρώσεων.
Στην πράξη, το νέο σύστημα δημιουργεί έναν πιο αναλυτικό «χάρτη» του κόστους της καταναλωτικής πίστης, επιτρέποντας να παρακολουθείται όχι μόνο το επιτόκιο που διαφημίζεται, αλλά και οι συνολικές επιβαρύνσεις που συνοδεύουν κάθε μορφή χρηματοδότησης.































