Μικρή άνοδο κατέγραψαν τον Ιούλιο του 2026 τα επιτόκια τόσο στις νέες καταθέσεις όσο και στα νέα δάνεια, με το κόστος χρηματοδότησης να παραμένει σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από τις αποδόσεις που προσφέρουν οι τράπεζες στους καταθέτες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων αυξήθηκε στο 0,39%, από 0,37% τον προηγούμενο μήνα, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων διαμορφώθηκε στο 4,67%, έναντι 4,65%. Ως αποτέλεσμα, το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων παρέμεινε αμετάβλητο στις 4,28 εκατοστιαίες μονάδες.
Ανοδική κίνηση καταγράφηκε και στα υφιστάμενα υπόλοιπα. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των υφιστάμενων καταθέσεων αυξήθηκε στο 0,37%, από 0,35%, ενώ το επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων ενισχύθηκε στο 4,81%, από 4,74% τον Ιούνιο. Έτσι, το επιτοκιακό περιθώριο διευρύνθηκε στις 4,44 εκατοστιαίες μονάδες, από 4,39 μονάδες έναν μήνα νωρίτερα. Στις νέες καταθέσεις, το επιτόκιο μίας ημέρας για τα νοικοκυριά παρέμεινε αμετάβλητο στο ιδιαίτερα χαμηλό 0,03%. Για τις επιχειρήσεις, το αντίστοιχο επιτόκιο υποχώρησε κατά 7 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 0,13%.
Καλύτερη εικόνα παρουσίασαν οι καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος. Για τα νοικοκυριά, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 1,24%, ενώ για τις επιχειρήσεις ενισχύθηκε κατά 11 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 2,02%.
Στην πλευρά της χρηματοδότησης, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,67%, παραμένοντας ουσιαστικά σταθερό σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Ιδιαίτερα υψηλό παραμένει το κόστος των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς. Το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης και έφθασε στο 14,55%.
Αντίθετα, στα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο καταγράφηκε μείωση κατά 18 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να υποχωρεί στο 10,45%. Σχεδόν αμετάβλητο, στο 3,53%, παρέμεινε το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο. Στα επιχειρηματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 7 μονάδες βάσης στο 4,76%, ενώ στα επαγγελματικά δάνεια η άνοδος ήταν 9 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 6,91%.
Το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας και με κυμαινόμενο επιτόκιο παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στο 4,21%. Στα δάνεια τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το αντίστοιχο επιτόκιο μειώθηκε κατά 6 μονάδες βάσης, στο 4,45%. Διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανάλογα με το ύψος της χρηματοδότησης. Στα δάνεια έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 12 μονάδες βάσης στο 5,07%. Για ποσά από 250.001 ευρώ έως 1 εκατ. ευρώ παρέμεινε αμετάβλητο στο 4,52%, ενώ στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ μειώθηκε κατά 4 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,14%.
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των καταθέσεων παρέμεινε τον Ιούλιο κοντά στο 0,37%. Στις καταθέσεις συμφωνημένης διάρκειας έως δύο έτη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 1,19%, ενώ για τις επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 7 μονάδες βάσης, στο 2,06%. Την ίδια στιγμή, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων αυξήθηκε κατά 7 μονάδες βάσης και έφθασε στο 4,81%.
Στα στεγαστικά δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης, στο 3,72%. Στα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα σημειώθηκε άνοδος κατά 5 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 8,50%. Αύξηση καταγράφηκε και στα επιχειρηματικά δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, όπου το μέσο επιτόκιο ενισχύθηκε κατά 7 μονάδες βάσης στο 4,38%. Στα επαγγελματικά δάνεια αυξήθηκε κατά 4 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 5,56%.
































