Μια σημαντική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποσαφηνίζει το πλαίσιο για τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικούν πολίτες όταν έχουν υποστεί σοβαρό τραυματισμό για τον οποίο στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου.
Η απόφαση 1030/2026 του Α΄ Τμήματος του ΣτΕ διαχωρίζει, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και διευκρινίζει ποιες κρατικές παροχές μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της τελευταίας.
Η σημασία της 1030/2026 βρίσκεται κυρίως στο ότι θέτει ένα σαφέστερο όριο ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές οικονομικής προστασίας ενός παθόντος. Η καταβολή μιας κρατικής παροχής που καλύπτει ανάγκες διαβίωσης ή περίθαλψης δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αποκατασταθεί και η ηθική βλάβη που προκλήθηκε από τον σοβαρό τραυματισμό.
Έτσι, σε υποθέσεις όπου θεμελιώνεται ευθύνη του Δημοσίου, η ύπαρξη σύνταξης αναπηρίας ή η δωρεάν περίθαλψη σε δημόσιο νοσοκομείο δεν αρκεί για να περιορίσει τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Κάθε αξίωση, πάντως, εξακολουθεί να κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά, τη φύση της ζημίας και τα αποδεικτικά στοιχεία της εκάστοτε υπόθεσης.
Πότε μπορεί να προκύψει ευθύνη του Δημοσίου
Η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση συνδέεται, κατά βάση, με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Η νομολογία δέχεται ότι η ευθύνη αυτή έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και μπορεί να προκύψει και όταν παραλείπονται υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία, τους κανονισμούς, τα ιδιαίτερα καθήκοντα μιας υπηρεσίας ή τις απαιτήσεις της χρηστής διοίκησης.
Για να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης δεν αρκεί, επομένως, μόνο η ύπαρξη ενός σοβαρού τραυματισμού. Πρέπει να υπάρχει η απαιτούμενη σύνδεση μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης του κρατικού οργάνου και της ζημίας που υπέστη ο πολίτης.
Οι αξιώσεις δεν περιορίζονται κατ’ ανάγκην σε ένα ενιαίο ποσό. Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να τίθεται ζήτημα αποκατάστασης θετικής ή αποθετικής περιουσιακής ζημίας, όπως ιατρικές και άλλες αναγκαίες δαπάνες ή απώλεια εισοδημάτων, αλλά και αυτοτελούς χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που προκάλεσε ο τραυματισμός.
Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, έχει διαφορετικό χαρακτήρα από την αποζημίωση για μια συγκεκριμένη οικονομική απώλεια. Σκοπός της είναι η ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση του παθόντος για τις συνέπειες της προσβολής που υπέστη.
Το ύψος της δεν προκύπτει από κάποιον σταθερό «τιμοκατάλογο». Το δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, όπως το είδος και τη σοβαρότητα της προσβολής, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού, τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το περιστατικό, το ενδεχόμενο συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος και άλλα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την κρίση για το εύλογο ποσό.
Το κρίσιμο ζήτημα που αντιμετώπισε το ΣτΕ ήταν εάν η καταβολή σύνταξης αναπηρίας από το Δημόσιο μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Η απάντηση του δικαστηρίου είναι αρνητική όταν η συγκεκριμένη παροχή εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό. Η σύνταξη αναπηρίας αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών διαβίωσης που δημιουργεί η αναπηρία. Δεν έχει τον ίδιο σκοπό με τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ, η οποία αφορά την ηθική και ψυχική διάσταση της βλάβης.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ένας τραυματισμένος πολίτης λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας δεν αποτελεί, από μόνο του, λόγο για να μειωθεί η χρηματική ικανοποίηση που μπορεί να του επιδικαστεί για ηθική βλάβη.
Ανάλογη είναι η κρίση του ΣτΕ και για τις δαπάνες περίθαλψης. Εάν ο παθών νοσηλεύτηκε σε δημόσιο νοσοκομείο και τα σχετικά έξοδα καλύφθηκαν από το Δημόσιο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Και εδώ το δικαστήριο εξετάζει τον σκοπό της κάθε παροχής: άλλο είναι η κάλυψη των πραγματικών εξόδων περίθαλψης και άλλο η χρηματική ικανοποίηση για τον σωματικό και ψυχικό αντίκτυπο ενός σοβαρού τραυματισμού.
Η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε ποσό που έχει ήδη καταβάλει το Δημόσιο είναι αδιάφορο για τον τελικό υπολογισμό. Το βασικό κριτήριο είναι ο σκοπός για τον οποίο καταβλήθηκε.
Σύμφωνα με την απόφαση 1030/2026, ποσά που έχουν καταβληθεί βάσει νόμου μπορούν να συνεκτιμηθούν κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης όταν καταβάλλονται για την ίδια αιτία, δηλαδή όταν εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό με τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η σύνταξη αναπηρίας και η κάλυψη της νοσηλείας δεν εμπίπτουν, σύμφωνα με το ΣτΕ, σε αυτή την κατηγορία.
Πάντως δεν υπάρχει προκαθορισμένο ποσό αποζημίωσης για έναν συγκεκριμένο τραυματισμό ή ποσοστό αναπηρίας. Τα διοικητικά δικαστήρια αξιολογούν τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζουν οι διάδικοι.
Μεταξύ των στοιχείων που μπορούν να συνεκτιμηθούν είναι η σοβαρότητα και η μονιμότητα της βλάβης, οι συνέπειες στην καθημερινότητα του παθόντος, οι συνθήκες του περιστατικού και τυχόν συντρέχον πταίσμα. Παράλληλα, κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.






























