Την ανάγκη άμεσης δράσης απέναντι στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις υπογράμμισαν αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν από την απόφαση της κεντρικής τράπεζας να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια. Η πρόεδρος της Fed του Κλίβελαντ, Μπεθ Χάμακ, και ο πρόεδρος της Fed της Μινεάπολης, Νιλ Κασκάρι, τάχθηκαν υπέρ της αύξησης των επιτοκίων, εκτιμώντας ότι μικρές κινήσεις τώρα θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο να απαιτηθούν πολύ πιο επιθετικές παρεμβάσεις στο μέλλον.
«Κατά την άποψή μου, τώρα είναι η στιγμή για την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) να δράσει, ώστε να επιταχύνει την επιστροφή του πληθωρισμού PCE στον στόχο του 2% και να υλοποιήσει τη δέσμευσή μας για σταθερότητα των τιμών προς όφελος των Αμερικανών πολιτών», ανέφερε η Χάμακ σε δήλωσή της.
Όπως επισήμανε, όσο περισσότερο ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα, τόσο δυσκολότερη και πιο δαπανηρή μπορεί να γίνει η διαδικασία επαναφοράς του στον στόχο της κεντρικής τράπεζας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο Κασκάρι, υποστηρίζοντας ότι μια σειρά μικρών αυξήσεων των επιτοκίων σε αυτή τη φάση θα ήταν προτιμότερη από την αναμονή και την πιθανότητα να απαιτηθούν αργότερα σημαντικά μεγαλύτερες παρεμβάσεις. «Μια πιθανή σειρά μικρών κινήσεων νομισματικής πολιτικής θα ήταν καλύτερη από το να περιμένουμε και τελικά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται ακόμη πιο τολμηρές ενέργειες», ανέφερε.
Οι Κασκάρι και Χάμακ, μαζί με την πρόεδρο της Fed του Ντάλας, Λόρι Λόγκαν, ήταν οι τρεις αξιωματούχοι που καταψήφισαν την απόφαση να παραμείνει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο της Fed στο εύρος του 3,50%-3,75%.
Αντίθετα, τα υπόλοιπα εννέα μέλη της FOMC με δικαίωμα ψήφου υποστήριξαν τη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα. Το βασικό επιτόκιο της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας παραμένει αμετάβλητο καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, μετά τις τρεις μειώσεις επιτοκίων που πραγματοποιήθηκαν στο δεύτερο μισό του 2025.
































