Πιέσεις στο κόστος παραγωγής της ελληνικής βιομηχανίας καταγράφουν τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δημιουργώντας προβληματισμό για το κατά πόσο οι αυξήσεις αυτές θα περάσουν τους επόμενους μήνες στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2026 κατά 8,8% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025, όταν ένα χρόνο νωρίτερα η αντίστοιχη ετήσια αύξηση ήταν μόλις 1,6%.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την πορεία του πληθωρισμού, καθώς ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού θεωρείται ένας από τους δείκτες που μπορούν να δώσουν έγκαιρα σημάδια για μελλοντικές πιέσεις στις τιμές καταναλωτή. Με απλά λόγια, καταγράφει πόσο ακριβότερα ή φθηνότερα πωλούν οι βιομηχανίες τα προϊόντα τους πριν αυτά φτάσουν στο ράφι. Όταν το κόστος σε αυτό το πρώτο στάδιο ανεβαίνει έντονα και η αύξηση διατηρείται, μέρος της επιβάρυνσης μπορεί στη συνέχεια να μεταφερθεί στις επιχειρήσεις και τελικά στους καταναλωτές.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην εγχώρια αγορά οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν κατά 5,8% σε ετήσια βάση. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στην εξωτερική αγορά, όπου έφτασε το 16,2%.
Ποιοι κλάδοι επηρεάζονται
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι ανατιμήσεις σε κλάδους που επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία. Στην εγχώρια αγορά, οι τιμές στην παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 32,4%, στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό κατά 14,8%, στην παροχή νερού κατά 11,7%, ενώ αύξηση 3,9% σημειώθηκε στην ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο, τον ατμό και τον κλιματισμό. Στη βιομηχανία τροφίμων οι τιμές παραγωγού ήταν αυξημένες κατά 2%.
Ενδεικτική είναι η εικόνα και στις μεγάλες κατηγορίες βιομηχανικών προϊόντων. Σύμφωνα με τον πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές των ενδιάμεσων αγαθών αυξήθηκαν κατά 6,4% σε ετήσια βάση και της ενέργειας κατά 15,5%. Τα ενδιάμεσα αγαθά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελούν υλικά και προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων αγαθών. Έτσι, μια αύξηση στην αρχή της παραγωγικής αλυσίδας μπορεί να μεταδοθεί στα επόμενα στάδια.
Υπάρχει, πάντως, και ένα στοιχείο που λειτουργεί καθησυχαστικά. Σε μηνιαία βάση, δηλαδή σε σύγκριση με τον Μάιο του 2026, ο συνολικός δείκτης υποχώρησε κατά 3%, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών της ενέργειας κατά 6,4%. Στην εγχώρια αγορά η μηνιαία μείωση ήταν 1,2%.




























