Στο 3,1% του ΑΕΠ διαμορφώθηκε το εποχικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό έλλειμμα τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τα στοιχεία της Eurostat να αποτυπώνουν μικρή βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας σε σχέση με το τέλος του 2025. Στην Ευρωζώνη το έλλειμμα υποχώρησε από το 3,2% του προηγούμενου τριμήνου, ενώ στην ΕΕ η αποκλιμάκωση ήταν μεγαλύτερη, από 3,4% σε 3,1%.
Η βελτίωση αυτή συνοδεύτηκε από υποχώρηση τόσο των εσόδων όσο και των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρωζώνη, τα συνολικά δημόσια έσοδα διαμορφώθηκαν στο 47,1% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο, από 47,3% στο τέλος του 2025, ενώ οι κρατικές δαπάνες περιορίστηκαν στο 50,2% από 50,4%. Στο σύνολο της ΕΕ, τα έσοδα ανήλθαν στο 46,6% του ΑΕΠ και οι δαπάνες στο 49,8%.
Η θέση της Ελλάδας
Πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, διαμορφώνεται μια εικόνα έντονων αποκλίσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Η Ελλάδα ξεχωρίζει θετικά, καθώς συγκαταλέγεται στη μικρή ομάδα των χωρών που έκλεισαν το πρώτο τρίμηνο με εποχικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό πλεόνασμα, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση στην ΕΕ με βάση το ύψος του πλεονάσματος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Στην κορυφή της κατάταξης βρέθηκε η Κύπρος, με πλεόνασμα 4,4% του ΑΕΠ, και ακολούθησαν η Ιρλανδία με 2,4% και η Δανία με 2%. Η Ελλάδα κατέλαβε την τέταρτη θέση με πλεόνασμα 1,2%, ενώ την πεντάδα των χωρών με θετικό δημοσιονομικό ισοζύγιο συμπλήρωσε η Πορτογαλία με 0,3%.
Η ελληνική επίδοση ήταν ελαφρώς βελτιωμένη σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2025, όταν το πλεόνασμα είχε διαμορφωθεί στο 1,1% του ΑΕΠ. Η άνοδος κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα διατηρεί την Ελλάδα σε αισθητά καλύτερη δημοσιονομική θέση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η οποία την ίδια περίοδο εμφάνισε έλλειμμα 3,1%.
Στη θετική δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας έχει λειτουργήσει υποστηρικτικά και ο πληθωρισμός. Η άνοδος των τιμών ενισχύει το ονομαστικό ΑΕΠ, με αποτέλεσμα δημοσιονομικά μεγέθη που εκφράζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ να μπορούν να εμφανίζονται βελτιωμένα, εφόσον οι δαπάνες ή το έλλειμμα δεν αυξάνονται με αντίστοιχο ρυθμό. Παράλληλα, ο πληθωρισμός τροφοδοτεί τα κρατικά ταμεία μέσω της αύξησης των φορολογικών εσόδων: οι υψηλότερες τιμές ενισχύουν τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ, ενώ η άνοδος των ονομαστικών μισθών και εισοδημάτων μπορεί να αυξήσει τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Με αυτή την έννοια, ο πληθωρισμός έχει αποτελέσει έναν από τους παράγοντες που διευκολύνουν τη δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας, τόσο ενισχύοντας τη φορολογική βάση όσο και αυξάνοντας το ονομαστικό μέγεθος της οικονομίας. Η επίδρασή του, ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας πίσω από το πλεόνασμα, ούτε μπορεί από τα συγκεκριμένα στοιχεία της Eurostatνα απομονωθεί το ακριβές μέγεθος της συμβολής του.
Στην άλλη άκρη της ευρωπαϊκής κατάταξης, η Βουλγαρία εμφάνισε το μεγαλύτερο εποχικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό έλλειμμα, στο 7,6% του ΑΕΠ. Ακολούθησαν η Ουγγαρία με 6,6%, η Πολωνία με 5,9%, η Γαλλία με 5,1% και το Βέλγιο με 4,8%.
Σημαντικά ελλείμματα κατέγραψαν επίσης η Γερμανία και η Μάλτα, στο 3,6% του ΑΕΠ, η Αυστρία στο 3,5%, καθώς και η Κροατία και η Σλοβακία στο 3,4%. Καλύτερη εικόνα, χωρίς ωστόσο να περνούν σε πλεόνασμα, παρουσίασαν η Ισπανία και η Ολλανδία με έλλειμμα 1,9%, η Εσθονία και η Σουηδία με 1,2% και η Λιθουανία με 0,9%.


































