Η διαπραγμάτευση για τον νέο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2028-2034) μπαίνει σε μια νέα φάση η οποία ενδέχεται να αποδειχθεί και η τελική. Ο λόγος είναι ότι τόσο ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα όσο και πολλές εθνικές κυβερνήσεις φαίνεται να θέλουν να λήξει η διαπραγμάτευση νωρίς, δηλ. μέχρι το τέλος του 2026, το πολύ αρχές του 2027, διότι θα ακολουθήσουν εκλογές σε οκτώ κράτη μέλη (Εσθονία, Φινλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Σλοβακία, Πολωνία, Ιταλία, Γαλλία) εντός του 2027 και γιατί πρέπει να έχουν υιοθετηθεί όλα τα εφαρμοστικά κείμενα πριν την 1/1/28.
Η έως τώρα διαπραγμάτευση έχει όλα τα συνηθισμένα στοιχεία αυτών των διαπραγματεύσεων, όπως η σύγκρουση μεταξύ των «χωρών της συνοχής» (δηλαδή των κρατών μελών που εισπράττουν σημαντικά ποσά με στόχο την οικονομική ανάπτυξή τους, όπως Ελλάδα, Πορτογαλία και οι ανατολικές χώρες) και των «φειδωλών», δηλ. χωρών όπως η Γερμανία και οι παραδοσιακοί σύμμαχοί της όπως η Φινλανδία, η Ολλανδία κ.ά., που θεωρούν ότι συνεισφέρουν περισσότερα στον ενωσιακό προϋπολογισμό απ’ όσα εισπράττουν. Ίσως η θέση των κρατών μελών που συνεισφέρουν περισσότερο στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό να επηρεάζεται και από την ανάγκη χρηματοδότησης ,σε όχι τόσο μακρινό μέλλον , της ανοικοδόμηση της Ουκρανίας.
Η πρόσφατη πρόταση της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ (ύψους 1,73 τρισ. ευρώ) είναι μειωμένη κατά 2% από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία προέβλεπε αύξηση του συνολικού προϋπολογισμού από 1,8 σε 1,98 τρις ευρώ ενώ υπάρχουν πολλές προτάσεις για εξεύρεση χρήματων μέσω ιδίων πόρων, όπως πχ φόρος /τέλος στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, στις εκπομπές άνθρακα, στα διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια, στα κεφαλαιακά κέρδη από κρυπτονομίσματα κλπ.
Ταυτόχρονα απουσιάζει η αναφορά σε δανεισμό μέσω ευρωομολόγων ενώ η ΕΕ προσέφυγε σε αυτά για την βοήθεια στην Ουκρανία και την χρηματοδότηση των Κρατών Μελών την περίοδο του Covid 19. Οι δυο αυτές παραλήψεις έχουν σαν αποτέλεσμα, να θέλει μεν η ΕΕ να εξασφαλίσει την θέση της σαν μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και να μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην πολύπλοκη διεθνή συγκυρία του 2030, μνα το κάνει δε με εργαλεία του 2003. .Είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων .
Δυο σημαντικά σημεία στην πρόταση χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που διαφοροποιούν αυτήν την πρόταση από τις προηγούμενες.
Πρώτον, η πρόταση για τα κονδύλια που αφορούν έντονα την Ελλάδα (πολιτική συνοχής ή «ΕΣΠΑ» όπως είναι γνωστό σε πολλούς στην Ελλάδα, και αγροτική πολιτική) προβλέπει μείωση άνω του 10% σε σχέση με την τρέχουσα κατανομή της περιόδου (2021-2027). Αυτό προτείνεται σε συνδυασμό με την νέα έμφαση στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Αυτή αποτελεί τη βασική προτεραιότητα των λεγόμενων «φειδωλών» και περιλαμβάνει χρηματοδότηση όχι μόνο για βιομηχανική πολιτική, ψηφιακές τεχνολογίες, αλλά και την ασφάλεια και άμυνα, όπου χώρες σαν την Ελλάδα έχουν αισθητά μειωμένο «αποτύπωμα».
Δεύτερον, ο προτεινόμενος τρόπος διαχείρισης των κονδυλίων της συνοχής εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν τόσο στην προτεινόμενη συγχώνευση των έως τώρα επιμέρους ευρωπαϊκών ταμείων σε ένα «υπερταμείο», όσο και στην ανάθεση στην εκάστοτε κυβέρνηση της διαχείρισης τους. Ως τώρα τα ευρωπαϊκά ταμεία ήταν ξεχωριστά επειδή εξυπηρετούσαν διακριτούς στόχους πολιτικής και αφορούσαν διαφορετικά πολιτικά ακροατήρια. Η προτεινόμενη συγχώνευσή τους παρουσιάζεται ως μέσο εξ ορθολογισμού αλλά συνοδεύεται από την επικέντρωση στο δίπολο Βρυξέλλες-πρωτεύουσες. Το αν και κατά πόσο θα εξακολουθήσουν να παίζουν σημαντικό ρόλο θεσμικοί δρώντες όπως οι περιφέρειες, κ.ά, επαφίεται πολύ περισσότερο πλέον στις μεμονωμένες κυβερνήσεις απ’ ό,τι συνέβαινε ως τώρα – ένδειξη της απομάκρυνσης από την κοινωνική Ευρώπη που είχε κατά νου ο εμπνευστής της πολιτικής συνοχής Ζακ Ντελόρ. Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως ότι η εκταμίευση των κονδυλίων θα υπόκειται σε αιρεσιμότητες ως προς την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που η Επιτροπή θα θεωρεί αναγκαίες για κάθε χώρα.
Η διαπραγμάτευση συνεχίζεται και μένει να φανεί που αυτή θα καταλήξει. Όμως υπάρχει ένας βασικός λόγος για τον οποίο εμείς στην Ελλάδα πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο κι αυτό είναι το ανυπολόγιστο πλήγμα που έχει δεχθεί το κύρος της χώρας λόγω των απανωτών σκανδάλων διασπάθισης ενωσιακών πόρων (ΟΠΕΚΕΠΕ με τα πολύ γνωστά σε ολόκληρη την Ευρώπη πολιτικά παρακλάδια, σύμβαση 717/Τέμπη, κ.ά.) αλλά και της στάσης της σημερινής κυβέρνησης και της ανώτατης δικαιοσύνης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δηλ. το θεσμό που στόχο έχει την πάταξη του εγκλήματος που αφορά ενωσιακούς πόρους. Η κυβέρνηση η, οποία βεβαίως συμμετέχει στην διαπραγμάτευση μέσα στην ομάδα των Κρατών της συνοχής και συμφωνεί με την συγκέντρωση των πόρων στο κυβερνητικό επίπεδο, φαίνεται να κρατά χαμηλούς τόνους σαν να αντιλαμβάνεται ότι με δική της υπαιτιότητα διαπραγματεύεται – στην καλύτερη των περιπτώσεων – με δεμένα τα χέρια.
Επιτακτική είναι όμως η ανάγκη για μία κυβέρνηση που θα μπορεί να διεκδικεί δυναμικά - με τα χέρια ελεύθερα- μια κοινωνική Ευρώπη ανταγωνιστική και με ισχυρό διεθνή ρόλο . Η ΕΛ.Α.Σ. θα διαπραγματευόταν για να εξασφαλίσει τα κονδύλια συνοχής και κρίσιμους για την χώρα πόρους σε άλλους τομείς όπως πχ η πολιτική προστασία απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Θα διεκδικούσε πειστικά την αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού τόσο με επέκταση του κοινού δανεισμού όσο και με επέκταση των ιδίων πόρων της ΕΕ, ώστε να υπάρχει περιθώριο για σωστές και κοινωνικά δίκαιες πολιτικές. Και θα ήταν πειστική γιατί , αντίθετα με την ευρωπαϊκά έκθετη ομάδα ,Μητσοτάκη έχει αποδείξει με πράξεις , και όχι με λόγια , ακεραιότητα στην διαχείριση του ελληνικού και ευρωπαϊκού χρήματος.
(Η Ζωρζέτα Λάλη είναι πρώην διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναπληρώτρια Τομεάρχης της ΕΛ.Α.Σ.)


































