Εφτά χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη μας σερβίρει το ίδιο αφήγημα, παρέλαβαν δήθεν χάος και έφτιαξαν οικονομικό θαύμα. Τα στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας λένε κάτι πολύ διαφορετικό. Λένε ότι η Ελλάδα του Μητσοτάκη όχι απλώς δεν θαυματούργησε, αλλά έμεινε πίσω από τους πιο φτωχούς γείτονές της και ό,τι λίγο μεγάλωσε, το μοίρασε με τον πιο άδικο τρόπο.
Ας ξεκινήσουμε από την πίτα. Ενώ η κυβέρνηση καυχιέται για ανάπτυξη, η Πολωνία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία μεγάλωσαν την οικονομία τους πολύ πιο γρήγορα από την Ελλάδα την ίδια περίοδο. Στο εισόδημα ανά κάτοικο σε όρους αγοραστικής δύναμης, η χώρα μας έμεινε ουσιαστικά στάσιμη, ενώ Πολωνία και Ρουμανία απογειώθηκαν κι έφτασαν το 79% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η Βουλγαρία, η φτωχότερη χώρα της Ένωσης, έκανε τέτοιο άλμα σύγκλισης που μας έφτασε. Αυτό που έκανε λοιπόν ο κύριος Μητσοτάκης δεν είναι θαύμα είναι απλώς έξοδος από μια βαθία κρίση με τον πιο αργό ρυθμό.
Κι εδώ έρχεται το πιο βαρύ κομμάτι, αυτό που η κυβέρνηση αποφεύγει επιμελώς να αναφέρει, πώς μοιράστηκαν όσα λίγα παρήχθησαν. Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε ελάχιστα σε σχέση με τους γείτονές μας, ενώ σε Πολωνία, Βουλγαρία και Ρουμανία σχεδόν διπλασιάστηκε. Ο Έλληνας εργαζόμενος παίρνει σήμερα λιγότερα από τα μισά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο, και η ψαλίδα αυτή, αντί να κλείνει, ανοίγει κάθε χρόνο. Ο πραγματικός μισθός στη χώρα μας αυξήθηκε μόλις κατά μηδαμινό ποσοστό σε όλη αυτή την εξαετία, ενώ ο πληθωρισμός έτρωγε καθημερινά το εισόδημα των πολλών.
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε στη φτώχεια. Η Ελλάδα παραμένει σχεδόν κολλημένη στη Ρουμανία στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, πολύ μακριά από την Πολωνία, που έχει κατεβάσει το ποσοστό αυτό σε μονοψήφιο σχεδόν επίπεδο. Ενώ οι γείτονές μας κατάφεραν να συνδυάσουν ανάπτυξη με μείωση της φτώχειας, εδώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάφερε το αντίθετο κατόρθωμα λιγότερη ανάπτυξη και σταθερά υψηλή φτώχεια.
Αυτό δεν είναι ατύχημα, είναι πολιτική επιλογή. Είναι το αποτύπωμα μιας κυβέρνησης που σχεδιάστηκε από την πρώτη μέρα για τους λίγους και τους εκλεκτούς, φοροελαφρύνσεις στο κεφάλαιο, υπερκέρδη στις τράπεζες και στην ενέργεια, ενώ ο μισθωτός και ο συνταξιούχος πληρώνουν τον υψηλότερο πληθωρισμό της Ευρωζώνης με σταθερό εισόδημα. Η Νέα Δημοκρατία διαφήμισε θαύμα για να καλύψει μια πραγματικότητα ανισότητας που δεν αντέχει σε σύγκριση ούτε με τη Ρουμανία.
Ο κύριος Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίσει να μιλάει για επενδυτική βαθμίδα και ανάπτυξη-βιτρίνα. Οι αριθμοί όμως δεν κρύβονται πίσω από τα δελτία τύπου του Μαξίμου. Όταν η Βουλγαρία σε φτάνει και η Πολωνία σε προσπερνά, δεν μιλάμε για επιτυχία. Μιλάμε για μια κυβέρνηση που απέτυχε διπλά, απέτυχε να μεγαλώσει επαρκώς την πίτα, και απέτυχε ακόμα περισσότερο να τη μοιράσει δίκαια. Αυτή είναι η αλήθεια πίσω από το οικονομικό θαύμα και η κοινωνία την πληρώνει καθημερινά.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ΕΛΑΣ έχει ήδη βάλει στο τραπέζι μια διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δεσμευτεί για δίκαιη ανάπτυξη με αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου προς τη μεταποίηση και την πρωτογενή παραγωγή, μείωση της φορολόγησης της εργασίας και φορολογική δικαιοσύνη, ενώ έχει προαναγγείλει έκτακτη εισφορά στις τράπεζες αν δεν επιταχύνουν την αποπληρωμή του αναβαλλόμενου φόρου που όλοι εμείς επί χρόνια επιδοτούμε. Έχει εξαγγείλει μείωση 30% στον λογαριασμό ρεύματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δωρεάν δημόσια συγκοινωνία, νέο δημόσιο μοντέλο στέγασης με ρύθμιση των δανείων για την πρώτη κατοικία, και ουσιαστική αύξηση των αποδοχών εκπαιδευτικών και γιατρών, που σήμερα αμείβονται όπως έχει πει ο ίδιος με ντροπή. Είναι μια πρόταση που βάζει την εργασία και την κοινωνία πάνω από το κέρδος των λίγων, ακριβώς εκεί που η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποτύχει.
(Η Φανή Γιωτάκη είναι Αναπληρώτρια Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής, Ε.Λ.Α.Σ.)






















