Έναν διαφορετικό Γιώργο Μπαρτζώκα είχαν την ευκαιρία να δουν και να ακούσουν δεκάδες άνθρωποι, στο κινηματογράφο «Μελίνα» της Δραπετσώνας, στο πλαίσιο του τετραήμερου κινηματογραφικού αφιερώματος που διοργάνωσε ο δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας στους αγώνες της Εθνικής Αντίστασης.
Μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Απόδραση από τα Βούρλα» - σε σκηνοθεσία Γιούρι Αβέρωφ και Στέλιου Κούλογλου - ακολούθησε ανοιχτή συζήτηση στην οποία συμμετείχε και ο προπονητής της ομάδας μπάσκετ του Ολυμπιακού. Όχι επειδή το ντοκιμαντέρ έχει κάποια είδους σχέση με τον Ολυμπιακό, ο οποίος εκείνη την εποχή αποκτούσε το προσωνύμιο «Θρύλος» λόγω των έξι συνεχόμενων πρωταθλημάτων, αλλά επειδή ο πατέρας του, Ανδρέας Μπαρτζώκας, εμβληματική φυσιογνωμία του ΚΚΕ, συμμετείχε στη μεγάλη απόδραση των 27 πολιτικών κρατουμένων από τις μεσοπολεμικές φυλακές των Βούρλων στη Δραπετσώνα, το 1955.
Η συγκινητική ομιλία του Γιώργου Μπαρτζώκα στη Δραπετσώνα
«Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον δήμο και τον δήμαρχο για την πρόσκληση. Η αλήθεια είναι ότι ντρέπομαι που είμαι εδώ, είναι ένα πεδίο στο οποίο δεν έχω συνηθίσει να είμαι. Συνήθως μιλάω για άλλα πράγματα. Αυτό είναι πολύ ευαίσθητο θέμα για μένα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Στέλιο που αποτύπωσε στην κάμερα και την οθόνη αυτή την ιστορική απόδραση που θεωρείται μία από τις κορυφαίες αποδράσεις φυλακών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήθελα να έρθω για να αποτίσω και ένα φόρο τιμής τόσο στον πατέρα μου, που έχει πεθάνει δέκα χρόνια τώρα, αλλά και στους συντρόφους του.
Όλοι αυτοί που μιλούσαν είναι οι παιδικές μου αναμνήσεις γιατί μεγάλωσα με αυτούς και συγκινούμαι που το λέω. Ήθελα να έρθω εδώ για να τους δω να μιλάνε. Το είχα δει παλιότερα το ντοκιμαντέρ, αρκετά χρόνια πριν. Έχω ζήσει αυτή την ιστορία και από διηγήσεις και των ανθρώπων αυτών και από τα λόγια του πατέρα μου. Φυσικά είναι δύσκολο να αποτυπωθεί σε λόγια τι ακριβώς είναι αυτή η φάση που είδαμε. Σκεφτείτε τι μπορεί να έδενε αυτούς τους ανθρώπους όταν όλοι εμείς στο περιβάλλον μας θεωρούμε σημαντική μια αθλητική νίκη, μια εκδρομή, μια εμπειρία που ζούμε όλοι μαζί. Σκεφτείτε τι έχουν ζήσει αυτοί. Τέσσερις μήνες, τι στρες, τι άγχος είχαν, τι διακυβευόταν πίσω από αυτή την απόδραση. Καταρχήν διακυβευόταν το πιο σημαντικό για αυτούς, η απόρριψη από το ίδιο τους το κόμμα, γιατί το κόμμα ήταν αντίθετο στο να αποδράσουν.
Οι περισσότεροι από αυτούς ή και όλοι, όπως ξέρετε, ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Δηλαδή αν δεν είχαν αποδράσει, πιθανά θα είχαν εκτελεστεί. Κάποιοι από αυτούς εκτελέστηκαν. Οι περισσότεροι όταν απέδρασαν, μετά από λίγες μέρες ο πατέρας μου πήγε σε ένα σπίτι και σε δύο μέρες τον κατέδωσαν και ξανασυνελήφθη. Οπότε σκεφτείτε ότι μετά από τέσσερις μήνες και όλη αυτή τη διαδικασία και την ελευθερία, σε δύο μέρες ξαναμπήκε φυλακή. Κάποιοι εκτελέστηκαν, κάποιοι ήταν πιο τυχεροί έφυγαν στο εξωτερικό, κάποιοι έζησαν και με κάποιο αποτύπωσαν μέσω του Στέλιου όλη αυτή την ιστορία, τη μετέφεραν για να την ξέρουν και οι νεότεροι. Έτσι λοιπόν θα ήθελα να σας πω ένα ευχαριστώ που μου ξαναδώσατε την ευκαιρία να θυμηθώ αυτά τα πράγματα και να ξαναζήσω την εμπειρία και όλους εσάς που ένα βράδυ καλοκαιριού ήρθατε εδώ για να γνωρίσετε ένα μικρό μέρος της ιστορίας. Ευχαριστώ».
{https://www.youtube.com/watch?v=RLC6JI1Vhhw}
Ποιος ήταν ο Ανδρέας Μπαρτζώκας
Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας γεννήθηκε το 1925 στο Κεντρικό Άρτας και από τα 12 του χρόνια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην ΑΣΟΕΕ και εργάστηκε ως λογιστής, όμως από πολύ νωρίς η ζωή του συνδέθηκε με την πολιτική δράση. Στα χρόνια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος του ΚΚΕ, ακολουθώντας μια πορεία που τον έφερε αντιμέτωπο με τις διώξεις του μετεμφυλιακού κράτους.
Η σύλληψή του το 1954 αποτέλεσε την αρχή μιας μακράς περιόδου φυλακίσεων και εξοριών. Το όνομά του συνδέθηκε με την ιστορική απόδραση από τις φυλακές των Βούρλων – στην οποία θα γίνει ξεχωριστή αναφορά – ενώ τα επόμενα χρόνια πέρασε από τις φυλακές της Κέρκυρας και, επί δικτατορίας, εξορίστηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Οι συνεχείς διώξεις είχαν ως αποτέλεσμα να λείπει για μεγάλα διαστήματα από την οικογένειά του και ο γιος του, ο σημερινός προπονητής μπάσκετ Γιώργος Μπαρτζώκας, να μεγαλώσει τα πρώτα του χρόνια ουσιαστικά χωρίς την παρουσία του πατέρα του.
Μετά τη Μεταπολίτευση παρέμεινε ενεργός στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, συμμετέχοντας στην ΕΔΑ και αργότερα ως υποψήφιος με τη Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων στις εκλογές του 1977. Παράλληλα, συμμετείχε και στην τοπική αυτοδιοίκηση, ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον συνδυασμό του Δημήτρη Μπέη για τον Δήμο Αθηναίων.
Η δραστηριότητά του δεν περιορίστηκε στην πολιτική. Διετέλεσε πρόεδρος των Φίλων Ελληνικής Μουσικής και συνέβαλε στη διοργάνωση συναυλιών του Μίκη Θεοδωράκη μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Το σπίτι του αποτέλεσε σημείο συνάντησης ιστορικών προσωπικοτήτων της ελληνικής Αριστεράς, όπως ο Ηλίας Ηλιού, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μανώλης Γλέζος και ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης. Αργότερα διετέλεσε και μέλος του ΔΣ του «Συνδέσμου Φίλων του Μουσείου της ΕΠΟΝ».
Όσοι τον γνώρισαν κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, με έντονη ιδεολογική συνέπεια, που δεν αποκήρυξε ποτέ τις πολιτικές του πεποιθήσεις παρά τις πολυετείς διώξεις που υπέστη. Απεβίωσε στις 3 Δεκεμβρίου 2015, σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που συνδέθηκε με μερικές από τις πιο ταραγμένες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η κινηματογραφική απόδραση από τα Βούρλα
«Μια έντεχνος, μυθιστορηματική, δραματική, περιπετειώδης, καταπληκτική, ομαδική δραπέτευσις εγκαθείρκτων στελεχών του ΚΚΕ έλαβε χώραν εις τον Πειραιά. Δεν είναι η πρώτη. Προηγήθηκαν άλλαι, φυσικά ολιγώτερον μυθιστορηματικαί και με ολιγώτερα πρόσωπα αποδρασάντων (...) Η δραπέτευσις κομμουνιστών από τας φυλακάς δεν έχει τίποτε το εκπληκτικόν. Δεν πρόκειται περί του ληστάρχου Κουμπή ή του Τζατζά. Δι' αυτούς δεν θα ευρίσκετο ουδείς συνεργός δια να τους βοηθήση να αποδράσουν (...) Εδώ πρόκειται περί Κόμματος ολοκλήρου περί παρανόμου και συνωμοτικής οργανώσεως, περί μηχανισμού κινούμενου συμφώνως προς την τελευταία λέξιν του συνωμοτισμού, διαθέτοντας και πρόσωπα άφθονα και έμπειρα εις τοιαύτα και μέσα οικονομικά και μέσα τεχνικά και ακόμη αφθόνους συνεργασίας εντός και αυτής της κρατικής μηχανής, την οποία όταν θελήση εις έναν τομέα την κάμνει να πάθη εμπλοκήν και να μη δύναται να κινηθή...».
Ιούλης 1955. Στον αστικό Τύπο της εποχής γράφονται απίθανες ιστορίες για την απόδραση 27 κομμουνιστών κρατουμένων από τις φυλακές των Βούρλων (το προαναφερόμενο απόσπασμα είναι από την εφημερίδα «Εμπρός»).
Τι είχε γίνει λοιπόν; Σταχυολογούμε από τις αφηγήσεις και τα γραπτά που ακολούθησαν:
Στις 17 του Ιούλη 1955 είκοσι επτά βαρυποινίτες σύντροφοι, «φορώντας στραβά το καπελάκι τους», μέρα μεσημέρι, δραπέτευσαν από τις φυλακές των Βούρλων στον Πειραιά, πραγματοποιώντας την πιο μεγάλη, την πιο συναρπαστική, την πιο μυθιστορηματική απόδραση όλων των εποχών στην Ελλάδα.
Τι ήταν τα Βούρλα; Οι φυλακές των Βούρλων ήταν υψίστης ασφαλείας και πολύ καλά φρουρούμενες, σε μια περιοχή της Δραπετσώνας, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το λιμάνι του Πειραιά. Εκεί ανάμεσα στα έλη που φύτρωναν βούρλα (εξού και τ' όνομα) στα τέλη του 19ου αιώνα χτίστηκαν 72 ισόγεια σπίτια για να στεγάσουν οίκους ανοχής. Την περίοδο της Κατοχής οι Ιταλοί και οι Γερμανοί μετέτρεψαν το συγκρότημα αυτό σε φυλακές, κατασκευάζοντας ψηλούς μαντρότοιχους και στήνοντας εσωτερικές και εξωτερικές σκοπιές, ενώ μετά την απελευθέρωση το χώρο παρέλαβαν οι ελληνικές Αρχές. Κι εκεί μεταφέρονταν κατά κύματα αγωνιστές, είτε στο δρόμο γι' άλλες φυλακές είτε για το εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ανέφερε σε παλιότερο δημοσίευμα η εφημερίδα «Ριζοσπάστης».
{https://www.youtube.com/watch?v=YfQJyUhDlt0}
Μια ασύλληπτη επιχείρηση
Εφτά μήνες πριν τη μεγάλη απόδραση, με το Κόμμα να προσπαθεί να ανασυγκροτήσει στην παρανομία τις οργανώσεις του, πάρθηκε η απόφαση να επιδιωχθεί η έξοδος από τη φυλακή μιας σειράς στελεχών. Τρεις μήνες κράτησε η προετοιμασία. Κι άλλους τέσσερις μήνες πήρε το σκάψιμο μιας σήραγγας που οδηγούσε από το εσωτερικό της φυλακής σε απόσταση κοντά 20 μέτρων στο εσωτερικό ενός απέναντι από τη φυλακή εργοστασίου. Ακούγεται απλό, για τις συνθήκες που έγινε ήταν μια ασύλληπτη επιχείρηση που έγινε κάτω από τραγικά δύσκολες συνθήκες κινδύνου, με μαθηματική ακρίβεια και μυστικότητα. Με ένα σχέδιο τέλεια μελετημένο, με υψηλή πιστότητα και γνώση, ολοκληρωμένες τεχνικές προδιαγραφές και εκτέλεση παραδειγματική. Σκάφτηκε μια σήραγγα μήκους 17,5 περίπου μέτρων, υποστυλώθηκε με κάθε τεχνική επάρκεια και ηλεκτροφωτίστηκε.
Το «έργο» -όπως το έλεγαν- άρχιζε από το γωνιακό κελί 13 της δυτικής πτέρυγας, που βρισκόταν κοντύτερα από κάθε άλλο στον εξωτερικό τοίχο των φυλακών και απέναντι από το εργοστάσιο «Ντεστρέ». Έπρεπε στο τσιμεντένιο δάπεδο του κελιού να ανοιχτεί μια τρύπα, να σχηματιστεί ένα «πηγαδάκι» βάθους 3 μέτρων, απ' όπου θ' άρχιζε μια σήραγγα διαμέτρου 80 εκατοστών και μήκους 18-19 μέτρων. Η υπόγεια σήραγγα αφού περνούσε κάτω από τα θεμέλια του τοίχου της φυλακής και του εξωτερικού μαντρότοιχου, θα διάσχιζε την οδό Δογάνη, θα περνούσε τον τοίχο του εργοστασίου «Ντεστρέ» και θα κατέληγε στους λουτήρες.
Για το σχεδιασμό του έργου τις απαραίτητες μετρήσεις και πληροφορίες για το εξωτερικό της φυλακής τις έδωσαν οι αρραβωνιαστικιές δύο κρατουμένων συντρόφων.
Η τρύπα αποφασίστηκε ν' ανοίξει κάτω από ένα κρεβάτι που βρισκόταν δεξιά, δίπλα στην είσοδο του κελιού 13. Το κρεβάτι εκείνο, όπως όλα τα κρεβάτια της φυλακής, δεν ήταν παρά τρεις μετακινούμενες σανίδες στηριγμένες πάνω σε τρία τσιμεντένια τοιχάκια. Τα εργαλεία της δουλειάς, ήταν αρχικά ένα κοπίδι και ένα τσαγκαράδικο σφυρί, από εκείνα που έπαιρναν από το εργαστήριο της φυλακής για διάφορα μαστορέματα. Αργότερα, όταν προχώρησαν στο σκάψιμο, απόκτησαν κι ένα σκεπάρνι.
Τέσσερις μήνες έσκαβαν
Πώς δούλευαν; Αρχίσαν στις 17 Μάρτη του '55 και έλυναν το ένα μετά το άλλο τα προβλήματα στην πορεία. Δεν υπήρχε αέρας. Έφτιαξαν αρχικά μια ξύλινη βεντάλια. Δεν είχε φως. Φτιάξανε μηχανισμό με λαμπάκια. Οι κρατούμενοι έφτιαχναν κάτι χειροτεχνήματα και με αυτά σαν δικαιολογία ζητούσαν και τους έφερναν στο επισκεπτήριο στήλες φακού και λαμπάκια, δήθεν για τα χειροτεχνήματα. Υπολογίστηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν γύρω στις 600 στήλες μπαταρίας.
Είχε μπει ένα αρχικό πλάνο για 20 πόντους σκάψιμο την ημέρα, που στην πράξη έβγαινε αδύνατο και κάποτε χρειάστηκε να προστεθούν νυχτερινές βάρδιες για να προχωρήσει η δουλειά. Το σκάψιμο γινόταν ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, κι εκείνο που πρόσεχαν ήταν να μην ξεφύγουν προς τα πάνω, οπότε υπήρχε κίνδυνος (κυρίως όταν έφτασαν στην οδό Δογάνη) να υποχωρήσει το έδαφος από το βάρος των αυτοκινήτων που περνούσαν. Από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισαν ήταν τι θα έκαναν τα χώματα και τις πέτρες που συσσώρευαν. Και να ποιες λύσεις βρήκαν: Αφού ξεχώριζαν το χώμα από τις πέτρες το έριχναν μέσα σε πάνινες σακούλες -τις «αντέρες», όπως τις έλεγαν- που είχαν φτιάξει οι ίδιοι, τις πέρναγαν στη μέση τους και τις άδειαζαν στα αποχωρητήρια, απ' όπου κατέβαιναν στους υπονόμους με τη βοήθεια μπόλικου νερού.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι πέτρες και τα χαλίκια. Ένα μέρος από αυτά τα χρησιμοποίησαν για ένα μεγάλο πεζούλι που έφτιαξαν στο χώρο του μπάνιου και μερικά τσιμεντένια πλυσταριά, πάντα με την άδεια της διεύθυνσης. Στην επιφάνεια χρησιμοποιούσαν το υλικό που τους διέθεταν και στο εσωτερικό έριχναν τα δικά τους μπάζα. Ζήτησαν άδεια να κάνουν ένα παρτέρι με άνθη στο εσωτερικό προαύλιο, κόντρα στον εξωτερικό τοίχο και παράλληλα να καλλιεργήσουν γλάστρες, και τους δόθηκε. Σε πολύ λίγο καιρό η ακτίνα γέμισε με γλάστρες. Ήταν κυρίως γκαζοτενεκέδες, που και πολύ χώμα έπαιρναν αλλά και χαλίκι.
Ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα ήταν ο εξαερισμός. Επινόησαν και κατασκεύασαν αυτοσχέδιο ανεμιστήρα. Άλλο πρόβλημα ήταν ο κίνδυνος να υποχωρήσουν τα χώματα της οδού Δογάνης από το πέρασμα των φορτηγών. Έτσι αναγκάστηκαν να υποστυλώσουν τη σήραγγα με ξυλεία που κατάφεραν να εξασφαλίσουν από παλιά κουφώματα.
Στις 17 Ιούλη φορώντας πιτζάμες πάνω από τα καλά τους ρούχα, για να μην τα λερώσουν, πέρασαν σε τετράδες από τη φυλακή στο εργοστάσιο κι από κει σε διάφορα σημεία που είχε κανονιστεί να κρυφτούν.
Η απόδραση συγκλόνισε την Ελλάδα. Οι αρχές ασφαλείας έστησαν μπλόκα στους δρόμους και επικήρυξαν τους δραπέτες, χωρίς φυσικά κανένα αποτέλεσμα.
Το ίδιο βράδυ της απόδρασης, από την «Ελεύθερη Ελλάδα», τον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό του ΚΚΕ ακούστηκε η έκκληση: «Καλούμε το λαό και όλους τους πατριώτες να προστατεύσουν τους αγωνιστές που κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από τις φυλακές της αμερικανοκρατίας. Ελευθερία και γενική αμνηστία στους αγωνιστές».
Οι 27 δραπέτες
Οι 27 δραπέτες ήταν οι Βαρδής Βαρδινογιάννης, φοιτητής Νομικής 33 ετών, Ανδρέας Βελλής, φοιτητής Πολυτεχνείου, 26 ετών, Γκαστόν Βερναρδής, τελειόφοιτος Ιατρικής, 31 ετών, Γιώργος Γεωργίου, εργάτης, 55 ετών, Αριστοτέλης Γεωργούλιας, έμπορος, τελειόφοιτος Νομικής, 38 ετών, Βασίλης Δουκάκης, μεταφραστής, 30 ετών, Χαράλαμπος Καλατζής, έμπορος, 28 ετών, Σταύρος Καρράς, σπουδαστής Πολυτεχνείου, 30 ετών, Βασίλης Κάτρης, εργάτης, 30 ετών, Παντελής Κιουρτζής, έμπορος, 42 ετών, Ζήσιμος Κόκλας, δημόσιος υπάλληλος, 40 ετών, Μιχάλης Κολοκοτρώνης, αρτεργάτης, 30 ετών, Κώστας Λιναρδάτος, δημοσιογράφος, τελειόφοιτος Νομικής, 33 ετών, Αλέκος Λογαράς, γεωπόνος, 29 ετών, Ανδρέας Μπαρτζώκας, λογιστής, 28 ετών, Δημήτρης Μυριανθόπουλος, εργάτης, 42 ετών, Δημήτριος Πανουσόπουλος, ιδιωτικός υπάλληλος, ετών 26, Αλέκος Παπαλεξίου, φοιτητής Ιατρικής, 36 ετών, Αλέξης Παπούλιας, δικηγόρος, 41 ετών, Στέλιος Πάσιος, σιδηροδρομικός, 31 ετών, Περικλής Ροδάκης, μεταφραστής, 30 ετών, Σταύρος Σιδέρης, πτηνοτρόφος, 30 ετών, Σωτήρης Σωτηρόπουλος, κτηματίας, 35 ετών, Λεωνίδας Τζεφρώνης, τελειόφοιτος Πολυτεχνείου, 35 ετών, Κυριάκος Τσακίρης, φοιτητής Νομικής, 39 ετών, Κώστας Φίλης, καθηγητής Φιλολογίας, 28 ετών και Γεώργιος Χατζηπέτρου, υδραυλικός, 33 ετών.
Επικήρυξη με τον νόμο «περί ληστοκρατείας»
Η κινητοποίηση των αρχών είναι αστραπιαία, κλείνουν αμέσως οι δρόμοι με μπλόκα και έλεγχο των περαστικών. Σε λίγη ώρα τις φυλακές των Βούρλων επισκέπτονται ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο αρχηγός της Χωροφυλακής, ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας, ο εισαγγελέας και ο διοικητής του Τμήματος Μεταγωγών Πειραιά. Οι ανώτεροι απειλούσαν για άμεσα στρατοδικεία. Ο εξευτελισμός ήταν μεγάλος. Το χτύπημα για τους δεσμώτες ήταν τρομερό, όπως αναφέρει ο «Ημερόδρομος».
Στις 21 Ιούλη 1955 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύεται απόφαση με την οποία οι δραπέτες επικηρύσσονται με τον νόμο «περί ληστοκρατείας» με χρηματικές αμοιβές έως 30.000 δραχμές για τον φόνο ή τη σύλληψη των δραπετών και έως 15.000 δραχμές για την αποτελεσματική κατάδοσή τους «εις τας αρμόδιας Αρχάς». Αυστηρές ποινές προβλέφθηκαν και για όσους τους έκρυβαν.
Ο πρώτος από τους δραπέτες που πιάστηκε, δυο μόλις ημέρες μετά την απόδραση στο σπίτι του ανθρώπου που τον έκρυβε, ήταν ο Σταύρος Σιδέρης.
Η Βραδυνή, η οποία σε έκτακτη έκδοσή της την 19 Ιούλη 1955 σημείωνε μεταξύ άλλων πως «την 11.30 π.μ. επετεύχθη η σύλληψις ενός εκ των 27 κομμουνιστών καταδίκων και υποδίκων. Ο συλληφθείς είναι ο Σταύρος Σιδέρης, ηλικίας 30 ετών, πτηνοτρόφος, κάτοικος Καλογρέζης, υπόδικος με κατηγορία επί κατασκοπεία. […] Αι αρμόδιαι Αρχαί υπογραμμίζουν την σημασίαν της επιτευχθείσης συλλήψεως του πρώτου εκ των αποδρασάντων».
Ο ίδιος ο Σταύρος Σιδέρης αφηγείται:
«Μ’ έπιασαν στις 6 η ώρα το πρωί ενώ ξυριζόμουν, στο λουτρό του σπιτιού που κρυβόμουν. Ο άνθρωπος που μ’ έκρυβε έλειπε και είναι βέβαιο, ότι αυτός τους έστειλε. Μου ήταν άγνωστος. Του είχαν πει, ότι θα φυλάξει έναν φοιτητή για ένα μήνα. Μόλις όμως δημοσιεύθηκε η είδηση για την απόδραση φαίνεται πως άρχισε να υποψιάζεται. Είχα αποφασίσει να φύγω από εκείνο το σπίτι, είχα κάνει και τις συνεννοήσεις μου και κείνο το πρωί περίμενα τον σύνδεσμο να με παραλάβει. Αρνήθηκα στους αστυνομικούς πως ήμουν αυτός που ζητούσαν. Είχα πλαστή ταυτότητα. Με πήγαν στο Α΄ Παράρτημα Ασφαλείας Πειραιώς και μ’ έφεραν σ’ αντιπαράσταση με τον άνθρωπο που με φιλοξενούσε. Έφαγα ένα κάρο ξύλο. Από τη στιγμή που βεβαιώθηκαν ποιος είμαι, ήθελαν να τα μάθουν όλα και κυρίως: Που πήγαν οι άλλοι. Ποιοι μας βοήθησαν απ’ έξω. Από που άνοιξε η σήραγγα. Για το τελευταίο αυτό ήρθε και μια ομάδα μηχανικών που διαφωνούσαν για το αν άνοιξε η σήραγγα από μέσα προς τα έξω ή το αντίθετο. Και ήθελαν να τους το πω εγώ. Ήρθε και ο Καλαντζής. Δεν έβγαλαν τίποτα».
Άλλοι δεκατέσσερις από τους δραπέτες συνελήφθησαν αρκετό καιρό αργότερα, από αυτούς οι 13 μετά από κατάδοση, και οι άλλοι δύο τυχαία. Εννέα κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό: Οι Βελής, Βερναρδής, Καρράς, Κιουρτσής, Λιναρδάτος, Πανουσόπουλος, Πάσιος, Τζεφρώνης και Φίλης. Ένας, ο Γιώργος Γεωργίου, σκοτώθηκε από σφαίρα αστυνομικού αποσπάσματος «επιχειρώντας να εξέλθη παρανόμως των ελληνικών συνόρων», σύμφωνα με σχετικό αστυνομικό δελτίο.
Η αντίδραση της κυβέρνησης Παπάγου
Η παραπαίουσα κυβέρνηση Παπάγου και το παρακράτος της εθνικοφροσύνης ανταπέδοσαν τον εξευτελισμό που είχαν υποστεί στα Βούρλα με μια γενικευμένη απάνθρωπη εκστρατεία αντιποίνων.
Η επικήρυξη των 27 αποτελούσε μέρος μιας γενικότερης δέσμης βίαιων κυβερνητικών μέτρων. Τις επόμενες ημέρες εκδηλώθηκε ένα πρωτοφανές κύμα διώξεων, ερευνών, συλλήψεων και εκτοπίσεων.
Στις φυλακές των πολιτικών κρατουμένων, ανδρών και γυναικών, επιβλήθηκαν σκληρά μέτρα: στέρηση αυλισμού, τροφής, φωτισμού και αλληλογραφίας, διαρκείς έφοδοι στα κελιά, ομαδικοί και ατομικοί ξυλοδαρμοί. Οι κάτοικοι της Κέρκυρας διαμαρτυρήθηκαν για τις απεγνωσμένες φωνές των κρατουμένων που ακουγόντουσαν συνεχώς από την τοπική φυλακή.
Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Θεοφανόπουλου, 200 πολιτικοί κρατούμενοι μετήχθησαν στις απομονωμένες από τον κόσμο και απάνθρωπες από κάθε άποψη φυλακές της Γυάρου, ενώ διέρρεαν σχέδια για μεταγωγή όλων των πολιτικών κρατουμένων στο «νησί του Διαβόλου» της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
Ένας θανατοποινίτης, ο Νίκος Καρδαμύλης, εκτελέστηκε στις φυλακές της Θεσσαλονίκης στις 29 Αυγούστου 1955, έξι ολόκληρα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου.
Δείτε από το Αρχείο της ΕΡΤ το τηλεοπτικό ντοκουμέντο «Η απόδραση των Βούρλων».



























