Νέο πλαίσιο για την αποδέσμευση κατασχεμένων ακινήτων που πρόκειται να μεταβιβαστούν έναντι τιμήματος θέτει σε εφαρμογή η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, διευκολύνοντας ιδιοκτήτες που μέχρι σήμερα βρίσκονταν αντιμέτωποι με την απαίτηση πλήρους εξόφλησης των χρεών τους πριν από την πώληση.
Με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, εξειδικεύεται η διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 47Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με στόχο να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στους φορολογούμενους και να περιοριστούν τα εμπόδια στις συναλλαγές ακινήτων.
Η βασική αλλαγή είναι ότι η άρση της κατάσχεσης δεν προϋποθέτει πλέον, κατά κανόνα, την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής. Αντίθετα, η μεταβίβαση μπορεί να ολοκληρωθεί ακόμη και με μερική καταβολή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με υποχρεωτική παρακράτηση μέρους του τιμήματος υπέρ του Δημοσίου.
Η αίτηση για την άρση της κατάσχεσης θα υποβάλλεται ψηφιακά μέσω της πύλης myAADE και της εφαρμογής «Τα Αιτήματά μου», στην κατηγορία που αφορά δικαστικά θέματα, μέτρα και οφειλές.
Για να εγκριθεί η αποδέσμευση, ο οφειλέτης θα πρέπει κατά τον χρόνο της διαδικασίας να δικαιούται αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας ή βεβαίωση οφειλής. Παράλληλα, το τίμημα της πώλησης δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από την εμπορική αξία του ακινήτου όπως είχε προσδιοριστεί κατά την επιβολή της κατάσχεσης ή από την αντικειμενική αξία, εφόσον αυτή είναι υψηλότερη.
Κρίσιμο στοιχείο της νέας διαδικασίας είναι το ποσό που θα αποδίδεται στην ΑΑΔΕ από το τίμημα της μεταβίβασης. Ο συμβολαιογράφος θα παρακρατεί ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 25% του τρέχοντος υπολοίπου της κατάσχεσης, ενώ το τελικό ποσοστό μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με τη φορολογική συνέπεια του οφειλέτη και την εκτιμώμενη δυνατότητα είσπραξης του χρέους που θα απομένει.
Εφόσον το ποσό που προκύπτει από αυτή την παρακράτηση είναι μεγαλύτερο από εκείνο που προβλέπεται στο αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας ή στη βεβαίωση οφειλής, θα αποδίδεται τελικά στην ΑΑΔΕ το υψηλότερο ποσό. Μετά τον έλεγχο των προϋποθέσεων, θα εκδίδεται σχετική απόφαση άρσης της κατάσχεσης, η οποία θα αποστέλλεται στον φορολογούμενο μαζί με έγγραφο όπου θα αποτυπώνεται ο τρόπος υπολογισμού των κριτηρίων φορολογικής συνέπειας και εισπραξιμότητας.
Η αλλαγή διαφοροποιεί ουσιαστικά το καθεστώς που ίσχυε μέχρι σήμερα. Στην πράξη, ένας ιδιοκτήτης που ήθελε να πουλήσει ακίνητο με κατασχετήριο υπέρ του Δημοσίου έπρεπε συνήθως να εξοφλήσει ολόκληρη την οφειλή που βάρυνε το ακίνητο για να προχωρήσει η μεταβίβαση. Πλέον, η πώληση μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγηθεί ολοσχερής εξόφληση, εφόσον τηρούνται οι νέοι όροι.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα οφειλέτη που διαθέτει ακίνητο με κατάσχεση ύψους 80.000 ευρώ. Εάν συγκεντρώνει την υψηλότερη βαθμολογία στα κριτήρια φορολογικής συνέπειας, το ποσοστό παρακράτησης μπορεί να περιοριστεί στο ελάχιστο 25%. Σε αυτή την περίπτωση, από το τίμημα της πώλησης θα παρακρατηθούν 20.000 ευρώ, εκτός εάν οι κανόνες για τη φορολογική ενημερότητα ή τη βεβαίωση οφειλής επιβάλλουν μεγαλύτερο ποσό.
Μετά την απόδοση του ποσού αυτού, η κατάσχεση θα μπορεί να αρθεί και η μεταβίβαση να ολοκληρωθεί. Με το προηγούμενο καθεστώς, ο ίδιος φορολογούμενος θα έπρεπε να καταβάλει το σύνολο των 80.000 ευρώ πριν προχωρήσει η πώληση.






























