Η διεύρυνση της θεσμικής συνεργασίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και η επιτάχυνση των διαδικασιών για την αξιοποίηση δεσμευμένης ή καταπατημένης εκκλησιαστικής περιουσίας, βρέθηκαν στο επίκεντρο του δείπνου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμου με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, στην πρωθυπουργική κατοικία στον Λυκαβηττό.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα των Νέων η συνάντηση, την οποία και οι δύο πλευρές χαρακτήρισαν «ιδιωτική», πραγματοποιήθηκε χωρίς την παρουσία συνεργατών, σε μια προσπάθεια να συζητηθούν σε εμπιστευτικό κλίμα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο θεσμών. Πρόκειται για την τέταρτη συνάντηση και συνεργασία των δύο ανδρών μέσα στον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ενώ και το περασμένο καλοκαίρι ο Πρωθυπουργός είχε φιλοξενήσει τον Αρχιεπίσκοπο στην κατοικία του, με φόντο τότε τις εξελίξεις γύρω από τη Μονή Σινά.
Η χρονική συγκυρία προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη νέα συνάντηση, καθώς η χώρα κινείται ήδη σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και τόσο η κυβέρνηση όσο και η Εκκλησία φέρονται να επιθυμούν την αποφυγή εντάσεων ή εκκρεμοτήτων που θα μπορούσαν να μεταφέρουν εκκλησιαστικά ζητήματα στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Στο δείπνο ήταν παρούσα μόνο η σύζυγος του Πρωθυπουργού, ενώ δεν είχε προηγηθεί επίσημη ανακοίνωση ή προαναγγελία της συνάντησης. Ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθε μόνος του, χωρίς συνοδεία συνεργατών, ακολουθώντας την πρακτική που είχε εφαρμοστεί και στην αντίστοιχη περσινή συνάντηση.
Ανάλογος είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, ο χαρακτήρας και των γευμάτων που παραθέτει ο Ιερώνυμος στον Πρωθυπουργό στην έδρα της Αρχιεπισκοπής, στην οδό Αγίας Φιλοθέης στην Πλάκα. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις εκτιμάται ότι είχε συζητηθεί και η αύξηση της μισθοδοσίας των ιεραρχών, η οποία ανακοινώθηκε τον προηγούμενο μήνα.
Στο επίκεντρο τα ακίνητα της Εκκλησίας
Ιδιαίτερο βάρος στη συζήτηση φέρεται να δόθηκε στην εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία. Σύμφωνα με πηγές από τη Μονή Πετράκη, ο Αρχιεπίσκοπος επανέφερε το ζήτημα της αξιοποίησης εκτάσεων και ακινήτων που παραμένουν δεσμευμένα ή αποτελούν αντικείμενο καταπατήσεων και πολυετών δικαστικών διεκδικήσεων.
Χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση της Φασκομηλιάς στη Βουλιαγμένη, μιας ιδιαίτερα σημαντικής έκτασης, η αξιοποίηση της οποίας βρίσκεται εδώ και χρόνια αντιμέτωπη με σύνθετα νομικά και δικαστικά ζητήματα. Το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον για την ευρύτερη περιοχή, αλλά και η στάση του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, έχουν καταστήσει την υπόθεση ακόμη πιο περίπλοκη.
Ανάλογα προβλήματα καταγράφονται και σε άλλα ακίνητα της Εκκλησίας, τόσο στην Αττική όσο και σε επαρχιακές μητροπόλεις. Ζητήματα ιδιοκτησιακού καθεστώτος, διεκδικήσεις τρίτων, απαιτήσεις επενδυτών και ανάγκη κεφαλαιακών εγγυήσεων δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, το οποίο δυσκολεύει την ταχεία αξιοποίηση της περιουσίας.
Προτεραιότητα η φοιτητική και κοινωνική στέγη
Βασική επιδίωξη του Αρχιεπισκόπου φέρεται να είναι η απεμπλοκή συγκεκριμένων ακινήτων στην Αθήνα και την περιφέρεια, ώστε μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας να αξιοποιηθεί για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Στο επίκεντρο βρίσκεται ιδιαίτερα η δημιουργία φοιτητικών κατοικιών, αλλά και η εξασφάλιση στέγης για οικονομικά ασθενέστερους πολίτες, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ενοικίασης έχει αυξηθεί σημαντικά.
«Για τον Ιερώνυμο, το στεγαστικό των φοιτητών, από τους οποίους περιμένει τόσα η πατρίδα, είναι κεφαλαιώδες ζήτημα», ανέφερε εκκλησιαστική πηγή, περιγράφοντας την προτεραιότητα που δίνει ο Αρχιεπίσκοπος στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που η Αρχιεπισκοπή επιχειρεί να κινητοποιήσει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση. Στο παρελθόν είχε εξεταστεί η αξιοποίηση μεγάλης έκτασης στο Σχιστό για τη δημιουργία ενός εκτεταμένου οικιστικού προγράμματος που θα απευθυνόταν σε πολίτες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Το σχέδιο, το οποίο είχε περιγραφεί ακόμη και ως ένα είδος «εκκλησιαστικού Ελληνικού», δεν κατάφερε τελικά να προχωρήσει.
Ανάλογη κατάληξη είχε και η προσπάθεια δημιουργίας ψηφιακής τράπεζας, η οποία σχεδιαζόταν περισσότερο ως ένας σύγχρονος χρηματοδοτικός μηχανισμός για την υποστήριξη κοινωφελών δράσεων της Εκκλησίας και λιγότερο ως ένα παραδοσιακό καταθετικό ίδρυμα.
Ενίσχυση της συνεργασίας Εκκλησίας – Πολιτείας
Το κλίμα στις σχέσεις των δύο πλευρών εμφανίζεται, πάντως, θετικό. Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη δημιουργία νέων θέσεων ιερωμένων στα Παλαίφατα Πατριαρχεία, ικανοποιώντας ένα πάγιο αίτημα της Εκκλησίας, ενώ έχουν ενισχυθεί οι κοινές δράσεις σε τομείς κοινωνικής πρόνοιας, όπως η φροντίδα ηλικιωμένων και η σίτιση οικονομικά ευάλωτων πολιτών. Τέλος, η εξίσωση του επιπέδου μισθοδοσίας των ιεραρχών με εκείνο του γενικού γραμματέα υπουργείου - η οποία επικρίθηκε σφόδρα - αποτέλεσε ακόμη μία εξέλιξη που ενίσχυσε το θετικό κλίμα στις σχέσεις κυβέρνησης και Εκκλησίας.































