Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει και η μεγάλη καθυστέρηση στην ανάπτυξη κοινωνικών κατοικιών αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες επιδείνωσής της, σύμφωνα με κοινή ανάλυση της διαΝΕΟσις και του ΙΟΒΕ.
Όπως επισημαίνεται, η απουσία οργανωμένης κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια έχει αφήσει ακάλυπτα χιλιάδες νοικοκυριά, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές κατοικιών και ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Οι ερευνητές υπενθυμίζουν ότι η κοινωνική στέγη ουσιαστικά εξέλειψε μετά το 2012, με την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, χωρίς να αντικατασταθεί από κάποιο νέο θεσμικό πλαίσιο.
Το κενό αυτό, όπως τονίζουν, επιβαρύνει δυσανάλογα τους ενοικιαστές και τα ευάλωτα νοικοκυριά, τα οποία αναγκάζονται να ανταγωνίζονται στην ελεύθερη αγορά για περιορισμένο απόθεμα κατοικιών, οδηγώντας σε περαιτέρω άνοδο των τιμών.
Σύμφωνα με την έκθεση, η έλλειψη κοινωνικών κατοικιών δεν επηρεάζει μόνο τη ζήτηση, αλλά και τη συνολική λειτουργία της αγοράς, καθώς στερεί από το κράτος ένα κρίσιμο εργαλείο εξισορρόπησης. Η ανάπτυξη προσιτών κατοικιών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις ακραίες αυξήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου το πρόβλημα είναι εντονότερο. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, τα μέτρα που υιοθετήθηκαν κρίνονται αποσπασματικά και αναποτελεσματικά.
Η διαΝΕΟσις και το ΙΟΒΕ προτείνουν την άμεση αναβίωση της κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής μέσω ενός νέου θεσμικού πλαισίου, που θα επιτρέπει την αξιοποίηση ανενεργών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικού τομέα. Καθοριστικής σημασίας θεωρείται και η αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων για τη δημιουργία νέων κοινωνικών κατοικιών με μακροχρόνιο ορίζοντα.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι χωρίς ουσιαστική πρόοδο στο πεδίο της κοινωνικής στέγης, οι παρεμβάσεις στα ενοίκια, στις επιδοτήσεις ανακαινίσεων ή στις βραχυχρόνιες μισθώσεις θα έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Όπως καταλήγουν οι αναλυτές, η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα την κάλυψη του διαχρονικού ελλείμματος κοινωνικών κατοικιών, διαφορετικά το πρόβλημα θα συνεχίσει να αναπαράγεται.




























