Μπροστά σε μια νέα ενεργειακή κρίση βρίσκονται η ελληνική και η διεθνής οικονομία μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία προκαλεί έντονες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και αυξάνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Το επίσημο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δημιουργεί μια νέα κατάσταση, καθώς ενισχύεται ο φόβος για σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε μια περίοδο που η διέλευση είχε ήδη ουσιαστικά ανασταλεί.
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν έντονη άνοδο και τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι, εάν η κρίση κλιμακωθεί περαιτέρω ή παραταθεί, το μπρεντ θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι ή ακόμη υψηλότερα, φτάνοντας τα 120 ή και τα 140 δολάρια σε σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης.
Αντίστοιχα, στην Ευρώπη, οι τιμές του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν, με αυξήσεις που ξεπέρασαν το 50%, αντανακλώντας τους φόβους για περιορισμό της προσφοράς και νέα πλήγματα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
Στην ελληνική αγορά, οι πρώτες ανατιμήσεις στα καύσιμα αναμένεται να φανούν άμεσα, με αυξήσεις αρκετών λεπτών ανά λίτρο τόσο στη βενζίνη όσο και στο πετρέλαιο κίνησης. Οι εξελίξεις αυτές εκτιμάται ότι θα εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις και θα επιβαρύνουν το κόστος μεταφορών και παραγωγής.
Παρά το εύρος της κρίσης, ορισμένες εκτιμήσεις σημειώνουν ότι η διεθνής οικονομία έχει επιδείξει τα τελευταία χρόνια αυξημένη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα σε γεωπολιτικά σοκ. Ωστόσο, ο βασικός κίνδυνος εντοπίζεται στο ενδεχόμενο παρατεταμένης αστάθειας και στη χρήση ενεργειακών υποδομών και θαλάσσιων οδών ως μοχλού πίεσης, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρότερες πιέσεις στο ενεργειακό κόστος και στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Σε ένα ήπιο σενάριο, όπου οι στρατιωτικές εξελίξεις λειτουργούν κυρίως ως μέσο πολιτικής πίεσης με στόχο μια σχετικά σύντομη αποκλιμάκωση, το αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένο. Αντίθετα, σε περίπτωση μακροχρόνιας σύρραξης χωρίς σαφές πολιτικό αποτέλεσμα, οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι σημαντικές, με τις ανοικτές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας να πλήττονται δυσανάλογα περισσότερο.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στάση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρώπη. Αν οι πληθωριστικές πιέσεις αποδοθούν κυρίως σε ένα προσωρινό σοκ προσφοράς ενέργειας, είναι πιθανό να υπάρξει ανοχή και διατήρηση των επιτοκίων. Αν όμως εκτιμηθεί κίνδυνος δευτερογενών επιπτώσεων, όπως η ενίσχυση μισθολογικών πιέσεων, δεν αποκλείεται αυστηρότερη νομισματική στάση, η οποία θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.
Σε επίπεδο επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικού συστήματος, μια παρατεταμένη κρίση αναμένεται να επιβραδύνει επενδυτικά σχέδια και διασυνοριακές συναλλαγές, ιδίως σε περιοχές με αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο. Στον ενεργειακό τομέα, προβλέπεται ανακατεύθυνση προμηθειών και διαδρομών, αυξημένη μεταβλητότητα στις τιμές και πιθανότητα βραχυπρόθεσμων κερδών από αποθέματα σε περίπτωση ανόδου των τιμών. Παράλληλα, οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα συμπαρασύρουν ανοδικά και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, με θετικές επιδράσεις σε ορισμένους παραγωγούς, αλλά και αυξημένο κίνδυνο για συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Στον τομέα των μεταφορών και των λιμανιών, οι άμεσες επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν περιορισμένες εφόσον η κρίση δεν γενικευτεί, καθώς μέρος του εμπορίου έχει ήδη αναδρομολογηθεί. Ωστόσο, μια ευρύτερη κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζήτηση και την κερδοφορία, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό και την επιβατική κίνηση.
Ο Προϋπολογισμός
Το βασικό σενάριο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026 προβλέπει ότι η διεθνής τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 62,4 δολάρια ανά βαρέλι, με την ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 2,4% και τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται στο 2,2%. Πάνω σε αυτές τις παραδοχές έχει στηριχθεί ο σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής, ωστόσο η Εισηγητική Έκθεση καταγράφει ρητά και τους κινδύνους που απορρέουν από τη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και το ενδεχόμενο ενός ισχυρού ενεργειακού σοκ.
Ο Προϋπολογισμός εμπεριέχει και δυσμενές σενάριο το οποίο βασίζεται στο Oxford Economic Model. Το διευκρινίζουμε ακόμη μια φορά πως το δυσμενές σενάριο υπολογίσθηκε το Νοέμβριο 2025 όταν η τρέχουσα κρίση στη Μέση Ανατολή δεν ήταν καν πιθανή.
Σύμφωνα με αυτό η διεθνής τιμή του πετρελαίου αυξάνεται κατά 40 δολάρια ανά βαρέλι και παραμένει σε αυτά τα επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, οδηγώντας την τιμή πάνω από τα 100 δολάρια. Σε αυτή την περίπτωση, το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρούσε κατά 0,45% σε σχέση με το βασικό σενάριο, με τον ρυθμό ανάπτυξης να περιορίζεται στο 1,9%.
Η ιδιωτική κατανάλωση σε σταθερές τιμές θα δεχόταν ισχυρές πιέσεις, καθώς θα μειωνόταν κατά 0,68% σε σύγκριση με το βασικό σενάριο, λόγω της απώλειας αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Αντίστοιχα, οι επενδύσεις θα κατέγραφαν ακόμη μεγαλύτερη πτώση, με τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου να μειώνεται κατά 0,85% σε πραγματικούς όρους, εξαιτίας της ανόδου του κόστους παραγωγής και της επιδείνωσης των επιχειρηματικών προσδοκιών.
Στον εξωτερικό τομέα, οι εξαγωγές σε σταθερές τιμές θα μειώνονταν κατά 0,30%, ενώ οι εισαγωγές θα υποχωρούσαν κατά 0,64% σε όρους όγκου, αντανακλώντας τη μείωση της εγχώριας ζήτησης. Σε ονομαστικούς όρους, ωστόσο, η αξία των εισαγωγών θα αυξανόταν σημαντικά, καθώς η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου θα υπερίσχυε της μείωσης των ποσοτήτων, με αποτέλεσμα την επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά 0,23 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Ιδιαίτερα έντονες θα ήταν οι πληθωριστικές πιέσεις, με τον δείκτη τιμών καταναλωτή να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 4,7%, έναντι 2,2% που προβλέπεται στο βασικό σενάριο. Παρά τη συρρίκνωση της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, το ονομαστικό ΑΕΠ θα εμφάνιζε αύξηση 5,5%, δηλαδή κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη σε σχέση με το βασικό σενάριο, λόγω της ισχυρής επίδρασης του πληθωρισμού.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ θα οδηγούσε σε οριακή βελτίωση του συνολικού δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά 0,19 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και του πρωτογενούς αποτελέσματος κατά 0,16 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα μειωνόταν κατά 1,43 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη θετική επίδραση του υψηλότερου πληθωρισμού στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.


























