Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για ακόμη μία φορά σε μια ιστορική καμπή, με το Ιράν να αποτελεί το επίκεντρο μιας πολυσύνθετης και επικίνδυνης γεωπολιτικής σύγκρουσης. Είναι επίσης η ταφόπλακα του διεθνούς δικαίου, το οποίου το κύρος είχε από καιρό καταρρακωθεί. Οι πρόσφατες εξελίξεις, και ιδιαίτερα η δολοφονία ανώτατων θρησκευτικών ηγετών, δημιουργούν νέα δεδομένα στο εσωτερικό της Ισλαμικής Δημοκρατίας, επηρεάζοντας βαθιά την ισορροπία ισχύος μεταξύ των βασικών πυλώνων του καθεστώτος.
Η αποδυνάμωση του ιερατείου δεν αποτελεί απλώς ένα συμβολικό πλήγμα. Στο πολιτικό σύστημα του Ιράν, η θρησκευτική ηγεσία λειτουργεί ως θεσμικός και ιδεολογικός πυρήνας εξουσίας. Η απώλεια κορυφαίων μορφών μειώνει την επιρροή του κλήρου στην εσωτερική εξίσωση ισχύος και ενισχύει την πιθανότητα μετατόπισης της πραγματικής εξουσίας προς το: τους Φρουρούς της Επανάστασης. Σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, οι ένοπλες δομές τείνουν να συγκεντρώνουν περισσότερες αρμοδιότητες, ιδίως όταν διαθέτουν επιχειρησιακή ετοιμότητα και οργανωτική και ιδεολογική συνοχή.
Το Ιράν γνωρίζει ότι η συμβατική ισορροπία ισχύος είναι καταφανώς εις βάρος του. Δεν έχει την υλική δυνατότητα να επιτύχει μια κλασική στρατιωτική νίκη απέναντι σε έναν συνασπισμό δυτικών δυνάμεων. Ως εκ τούτου, η στρατηγική του προσομοιάζει περισσότερο σε «αντάρτικο» παρά σε παραδοσιακό πόλεμο. Κεντρικός στόχος δεν είναι η στρατιωτική ήττα του αντιπάλου, αλλά η επιβίωση του καθεστώτος. Παράλληλα, επιδιώκει να αυξήσει στο μέγιστο το κόστος για τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών και για την παγκόσμια οικονομία, είτε μέσω επιθέσεων στις χώρες του Κόλπου είτε μέσω αποσταθεροποίησης κρίσιμων ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης είναι καθοριστικός. Η οργάνωση έχει εκπαιδευτεί επί δεκαετίες σε αποκεντρωμένο επιχειρησιακά τρόπο μάχης, μια τακτική που έχει μεταδώσει και σε συμμάχους της, όπως η Χεζμπολλάχ. Η φιλοσοφία αυτή επιτρέπει σε επιμέρους μονάδες να δρουν αυτόνομα, ακόμη και σε συνθήκες περιορισμένης επιτελικής καθοδήγησης. Συνεπώς, ακόμη και αν υπάρξει προσωρινή αποδιοργάνωση στην ανώτατη διοίκηση, η στρατιωτική δράση δεν αναστέλλεται. Αντιθέτως, μπορεί να καταστεί πιο απρόβλεπτη και διάχυτη, αυξάνοντας το στρατηγικό ρίσκο για τους αντιπάλους.
Αν εξετάσουμε τον δηλωμένο στόχο της σύγκρουσης από την πλευρά των αντιπάλων της Τεχεράνης, γίνεται σαφές ότι πρόκειται για επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος. Ωστόσο, η επιλογή περιορισμού της σύγκρουσης σε αεροπορικές και πυραυλικές επιχειρήσεις προοιωνίζεται μια μακρά αναμέτρηση. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιου τύπου εκστρατείες απαιτούν χρόνο για να κάμψουν ένα καθεστώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιχείρηση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ εναντίον του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη Γιουγκοσλαβία, κατά την οποία η παρατεταμένη αεροπορική πίεση οδήγησε τελικά σε πολιτική υποχώρηση, αλλά μετά από μήνες εντατικών βομβαρδισμών και σημαντικό γεωπολιτικό κόστος.
Στο πολιτικό επίπεδο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια αμερικανική διοίκηση, όπως αυτή του Ντόναλντ Τραμπ, να επιδιώξει μια συνθηκολόγηση με τμήμα των Φρουρών της Επανάστασης που θα ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί. Η μέχρι τώρα πρακτική της Τεχεράνης δείχνει ότι, υπό ασφυκτική πίεση, αναζητεί διέξοδο μέσω διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται σημαντικές υποχωρήσεις. Ένα τέτοιο σενάριο, ωστόσο, θα οδηγούσε πιθανότατα στη διατήρηση του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος, έστω και με εσωτερικές ανακατατάξεις ισχύος.
Εδώ ανακύπτει μια κρίσιμη παράμετρος: η στάση του Ισραήλ και του αμερικανο-εβραϊκού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για το Ισραήλ η σημερινή συγκυρία αποτελεί μια ευκαιρία που εμφανίζεται κάθε πενήντα χρόνια για να απαλλαγούν από το βασικό του αντίπαλο. Εφόσον ο βασικός στρατηγικός στόχος παραμένει η πλήρης ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, οποιοσδήποτε συμβιβασμός που θα επέτρεπε τη διατήρησή του, ακόμη και αν εξυπηρετεί τα στρατηγικά αμερικανικά συμφέροντα, ενδέχεται να αντιμετωπιστεί με έντονη ισραηλινή αντίδραση. Αυτό περιορίζει δραστικά τα περιθώρια πολιτικής ευελιξίας στην Ουάσιγκτον και δυσχεραίνει μια ρεαλιστική διπλωματική διέξοδο.
Συνολικά, η κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι απλώς μια ακόμη περιφερειακή σύγκρουση. Πρόκειται για μια σύγκρουση στρατηγικών αντοχής, πολιτικής βούλησης και γεωπολιτικών υπολογισμών. Το ιρανικό καθεστώς δεν μάχεται για να κερδίσει, αλλά για να επιβιώσει. Οι αντίπαλοί του δεν αρκούνται σε μερικές παραχωρήσεις, αλλά επιδιώκουν δομική αλλαγή. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο αμετακίνητες επιδιώξεις, η περιοχή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας. Και όπως διδάσκει η ιστορία, όταν οι πόλεμοι διεξάγονται χωρίς καθαρό και αμοιβαία αποδεκτό πολιτικό τέλος, το τίμημα το πληρώνουν όχι μόνο οι εμπλεκόμενοι, αλλά ολόκληρο το διεθνές σύστημα.
(Ο Σωτήρης Ρούσος είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών . Το βιβλίο του «Η Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στη Γάζα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα)




























