Έναν «ταχύτερο δρόμο» για την περιβαλλοντική έγκριση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων ανοίγει νέα κοινή υπουργική απόφαση, η οποία επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, να μην πραγματοποιείται νέα Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση όταν έχει προηγηθεί αντίστοιχη αξιολόγηση σε υπερκείμενο σχεδιασμό.
Απόφαση των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τροποποιεί το υφιστάμενο πλαίσιο για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, το οποίο συνδέεται με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/42/ΕΚ.
Η ουσία της αλλαγής βρίσκεται στη δυνατότητα της διοίκησης να κρίνει, κατά τον περιβαλλοντικό προέλεγχο, ότι ένα σχέδιο ή πρόγραμμα δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση ή σε νέα διαδικασία Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Προϋπόθεση είναι να αποτελεί εξειδίκευση, εφαρμογή ή υλοποίηση ενός υπερκείμενου σχεδίου ή προγράμματος που έχει ήδη περάσει από στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση.
Στα χαρτιά, η λογική είναι εύλογη: γιατί να επαναλαμβάνεται μια χρονοβόρα διοικητική διαδικασία όταν οι περιβαλλοντικές συνέπειες ενός σχεδιασμού έχουν ήδη εξεταστεί; Η απάντηση, όμως, δεν είναι τόσο απλή. Ένα ειδικότερο σχέδιο μπορεί να κινείται μέσα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού και ταυτόχρονα, λόγω της συγκεκριμένης χωροθέτησης, της κλίμακας ή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, να δημιουργεί επιπτώσεις που δεν ήταν δυνατόν να αποτυπωθούν με την ίδια ακρίβεια κατά την αρχική στρατηγική αξιολόγηση.
Η νέα ρύθμιση επιχειρεί να το αντιμετωπίσει αυτό θέτοντας ασφαλιστικές δικλίδες. Για να μην απαιτείται νέα διαδικασία, το ειδικότερο σχέδιο δεν πρέπει να μεταβάλλει τις βασικές κατευθύνσεις, τις επιλογές και το χωρικό ή λειτουργικό αντικείμενο του υπερκείμενου σχεδιασμού. Κυρίως, δεν πρέπει να προκαλεί νέες, πρόσθετες ή ουσιωδώς διαφορετικές σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον από εκείνες που έχουν ήδη αξιολογηθεί.
Ακριβώς σε αυτή τη διατύπωση, ωστόσο, βρίσκεται και το πιο κρίσιμο σημείο της αλλαγής. Ποιος και με ποια κριτήρια θα αποφασίζει πότε μια περιβαλλοντική επίπτωση είναι «νέα», «πρόσθετη» ή «ουσιωδώς διαφορετική»; Η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την αυστηρότητα του περιβαλλοντικού προελέγχου. Εάν η εξαίρεση ερμηνεύεται στενά, μπορεί πράγματι να περιορίσει περιττή γραφειοκρατία. Εάν, αντίθετα, χρησιμοποιηθεί ευρέως ως εργαλείο επιτάχυνσης εγκρίσεων, υπάρχει ο κίνδυνος η εξαίρεση να μετατραπεί σταδιακά σε κανόνα.
Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες δεν παραμένουν απαραίτητα αμετάβλητες στον χρόνο. Ένας υπερκείμενος σχεδιασμός μπορεί να έχει αξιολογηθεί με βάση δεδομένα μιας συγκεκριμένης περιόδου, ενώ στο μεταξύ μπορεί να έχουν μεταβληθεί οι πιέσεις σε μια περιοχή, οι χρήσεις γης ή ακόμη και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η επίκληση μιας ήδη ολοκληρωμένης στρατηγικής αξιολόγησης δεν θα πρέπει, επομένως, να λειτουργεί αυτομάτως ως περιβαλλοντικό «διαβατήριο» για κάθε μεταγενέστερη εξειδίκευση.
Η απόφαση προβλέπει ότι οι περιβαλλοντικοί όροι, οι κατευθύνσεις και τα μέτρα του υπερκείμενου σχεδίου εξακολουθούν να εφαρμόζονται στα ειδικότερα σχέδια και μπορούν να εξειδικεύονται περαιτέρω από την αρμόδια αρχή. Πρόκειται για μια σημαντική δικλίδα προστασίας, η οποία όμως προϋποθέτει αποτελεσματικό διοικητικό έλεγχο και επαρκή τεκμηρίωση των αποφάσεων εξαίρεσης.
Παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι έχει εγκριθεί ένα ευρύτερο χωροταξικό σχέδιο για την τουριστική ανάπτυξη μιας παράκτιας περιοχής και για το σχέδιο αυτό έχει ήδη πραγματοποιηθεί Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση. Χρόνια αργότερα προωθείται ένα ειδικότερο σχέδιο για την ανάπτυξη συγκεκριμένης τουριστικής ζώνης μέσα στην ίδια περιοχή. Με τη νέα ρύθμιση, θα μπορούσε να κριθεί ότι δεν απαιτείται νέα Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, εφόσον το ειδικότερο σχέδιο θεωρηθεί ότι απλώς εξειδικεύει τον αρχικό σχεδιασμό και δεν προκαλεί νέες ή ουσιωδώς διαφορετικές σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο: αν στο μεταξύ η περιοχή έχει δεχθεί μεγαλύτερη τουριστική πίεση ή το νέο σχέδιο συνεπάγεται αυξημένες ανάγκες σε νερό, ενέργεια και υποδομές, ποιος θα κρίνει εάν αυτές οι επιπτώσεις είναι αρκετά διαφορετικές ώστε να απαιτείται νέα αξιολόγηση;






























