Η αναγνώριση πλασματικών ετών αποτελεί και το 2026 μία από τις σημαντικότερες «διόδους» για τους ασφαλισμένους που επιδιώκουν να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα ή να αυξήσουν το ποσό της σύνταξής τους. Η αξιοποίησή τους μπορεί να οδηγήσει σε έξοδο έως και επτά χρόνια πριν από το γενικό όριο ηλικίας, στην κατοχύρωση ευνοϊκότερων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, αλλά και σε υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των ειδικών στην κοινωνική ασφάλιση, περίπου 6 στους 10 ασφαλισμένους που αποχωρούν σήμερα κάνουν χρήση πλασματικού χρόνου, καθώς σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το «κλειδί» τόσο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για τη βελτίωση του ποσού της σύνταξης. Το όφελος από την αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης μπορεί, ανάλογα με τα χρόνια που αναγνωρίζονται και τις αποδοχές του ασφαλισμένου, να φθάσει ακόμη και τα 250 ευρώ τον μήνα.
Τα τρία μεγάλα οφέλη
Η αναγνώριση πλασματικών ετών προσφέρει τρία σημαντικά πλεονεκτήματα:
- Έξοδο στη σύνταξη έως και επτά χρόνια νωρίτερα, εφόσον συμπληρώνονται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ασφάλισης.
- Κατοχύρωση παλαιότερων και ευνοϊκότερων ορίων ηλικίας, κυρίως για όσους ασφαλίστηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.
- Αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης, καθώς ο αναγνωριζόμενος χρόνος προσμετράται στα συνολικά έτη ασφάλισης.
Ποιοι ασφαλισμένοι ωφελούνται περισσότερο
Οι παλαιοί ασφαλισμένοι (έως 31 Δεκεμβρίου 1992) είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι, καθώς με την προσθήκη πλασματικού χρόνου μπορούν να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση ή κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και να συνταξιοδοτηθούν πριν από τα 67 ή ακόμη και πριν από τα 62 έτη, ανάλογα με την κατηγορία τους.
Οι νέοι ασφαλισμένοι, που υπάγονται στην ασφάλιση από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά, αξιοποιούν τα πλασματικά έτη κυρίως για να συμπληρώσουν τα 40 χρόνια ασφάλισης και να συνταξιοδοτηθούν στα 62 αντί για τα 67, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα μεγαλύτερη ανταποδοτική σύνταξη.
Ο πλασματικός χρόνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συμπλήρωση των ακόλουθων προϋποθέσεων:
- της 40ετίας σε όλα τα ασφαλιστικά ταμεία, τόσο για παλαιούς όσο και για νέους ασφαλισμένους,
- της 35ετίας σε ΙΚΑ, ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ έως το 2012,
- της 25ετίας στο Δημόσιο έως το 2010,
- της 25ετίας στο Δημόσιο για τα έτη 2011 και 2012, καθώς και των 36 ή 37 ετών μετά το 2012,
- των 21 και 23 ετών για τρίτεκνους δημοσίους υπαλλήλους κατά τα έτη 2011 και 2012,
- της 25ετίας έως το 2012 στα Ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών για μητέρες,
- των 5.500 ημερών ασφάλισης έως το 2012 για μητέρες με ανήλικο παιδί.
Ποιοι χρόνοι αναγνωρίζονται
Οι ασφαλισμένοι μπορούν να αναγνωρίσουν, μεταξύ άλλων:
- χρόνο στρατιωτικής θητείας,
- χρόνο σπουδών,
- χρόνο ανεργίας,
- χρόνο ασθένειας,
- χρόνο ανατροφής παιδιών,
- γονική άδεια,
- εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών,
- χρόνο κύησης και λοχείας,
-χρόνο άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος πριν από την εγγραφή στον ασφαλιστικό φορέα,καθώς και άλλους χρόνους που προβλέπει η ασφαλιστική νομοθεσία.
Τι ισχύει σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Στον ιδιωτικό τομέα, οι ασφαλισμένοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα πλασματικά έτη τόσο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης.
Στο Δημόσιο, όσοι έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας μπορούν να αναγνωρίσουν πλασματικά έτη αποκλειστικά για την αύξηση της σύνταξής τους.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026 οδήγησε και σε αύξηση του ελάχιστου κόστους εξαγοράς πλασματικών ετών.
Το ελάχιστο ποσό διαμορφώνεται πλέον στα 184 ευρώ για κάθε μήνα αναγνώρισης, έναντι 176 ευρώ που ίσχυαν έως το τέλος Μαρτίου.
Ενδεικτικά, το κόστος ανέρχεται σε:
- 2.208 ευρώ για ένα έτος,
- περίπου 6.624 ευρώ για τρία έτη,
- πάνω από 11.000 ευρώ για πέντε έτη,
-:πάνω από 15.000 ευρώ για επτά έτη, ανάλογα πάντοτε με τις αποδοχές του ασφαλισμένου.
Η αύξηση αφορά μόνο τις νέες αιτήσεις που υποβάλλονται από την 1η Απριλίου 2026 και μετά. Όσοι είχαν ήδη καταθέσει αίτηση διατήρησαν το προηγούμενο χαμηλότερο κόστος.
Πώς υπολογίζεται το κόστος
Στο Δημόσιο, η εξαγορά κυμαίνεται από 6,67% έως 20% των συντάξιμων αποδοχών.
Στον ιδιωτικό τομέα, το κόστος αντιστοιχεί στο 20% των μεικτών αποδοχών.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, υπολογίζεται με βάση την ασφαλιστική κατηγορία που έχουν επιλέξει.
Η εξόφληση μπορεί να γίνει εφάπαξ, σε μηνιαίες δόσεις ή με παρακράτηση από τη σύνταξη όταν η αίτηση αναγνώρισης υποβάλλεται ταυτόχρονα με την αίτηση συνταξιοδότησης.


































