Σημαντικό ζήτημα για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς αποτελεί το θέμα της εξαγοράς πλασματικών χρόνων ασφάλισης, καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει τα ποσοστά υπολογισμού, με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί σημαντικά το κόστος συνταξιοδότησης. Το θέμα επανέρχεται στο προσκήνιο με παρεμβάσεις συνδικαλιστικών φορέων, μεταξύ των οποίων και η ΟΛΜΕ, η οποία ζητά άμεσες αλλαγές στο ισχύον πλαίσιο.
Με την εφαρμογή του νόμου 4387/2016, από 1/1/2017 επήλθε σταδιακή μεταβολή στον τρόπο υπολογισμού της εξαγοράς πλασματικών ετών για τους δημοσίους υπαλλήλους. Ενώ μέχρι τότε το κόστος βρισκόταν περίπου στο 6,67% των αποδοχών για κάθε έτος αναγνώρισης, στη συνέχεια αυξήθηκε προοδευτικά, με αποτέλεσμα από το 2020 και μετά να φτάσει στο 20% επί του μισθού. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ εργαζομένων, καθώς όσοι υπέβαλαν αίτηση έως το 2016 είχαν σαφώς χαμηλότερη επιβάρυνση σε σχέση με όσους κινήθηκαν μεταγενέστερα.
Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα, η εξαγορά πλασματικών χρόνων αποτελεί βασικό εργαλείο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθώς για τη λήψη πλήρους σύνταξης απαιτούνται πλέον 40 έτη ασφάλισης και ηλικία 62 ετών. Για πολλούς εργαζόμενους, η συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών είναι δύσκολη χωρίς την αναγνώριση πλασματικών χρόνων, γεγονός που καθιστά το αυξημένο κόστος ιδιαίτερα επιβαρυντικό.
Η ΟΛΜΕ, θέτοντας το ζήτημα στο επίκεντρο των διεκδικήσεών της, ζητά την επαναφορά του ποσοστού εξαγοράς στο 6,67%, ανεξάρτητα από το πότε υποβάλλεται η αίτηση αναγνώρισης. Όπως τονίζει, η αύξηση στο 20% ισοδυναμεί ουσιαστικά με την επιβάρυνση και της εργοδοτικής εισφοράς που στο παρελθόν δεν καταβαλλόταν από το Δημόσιο, γεγονός που, σύμφωνα με την ομοσπονδία, επιβαρύνει δυσανάλογα τους εργαζόμενους.
Παράλληλα, στο πλαίσιο των αιτημάτων της, η ΟΛΜΕ επισημαίνει ότι ο χρόνος στρατιωτικής θητείας θα πρέπει να αναγνωρίζεται αυτόματα ως συντάξιμος για όλους τους ασφαλισμένους, τόσο στο Δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις ή διαδικασίες εξαγοράς. Αντίστοιχα, ζητείται η δυνατότητα αναγνώρισης του χρόνου επιδοτούμενης ανεργίας για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και σε όσους υπάγονται στις δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις, καθώς σήμερα η δυνατότητα αυτή είναι περιορισμένη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα πλασματικά έτη που σχετίζονται με την απόκτηση τέκνων, με την ΟΛΜΕ να υποστηρίζει ότι σε συνθήκες έντονης υπογεννητικότητας θα έπρεπε το κράτος να ενισχύει αντί να επιβαρύνει τους εργαζόμενους, διευκολύνοντας τη χρήση αυτών των χρόνων για συνταξιοδοτικούς σκοπούς.































