Τα πλασματικά έτη ασφάλισης αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι ένστολοι για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης. Τα τελευταία χρόνια η χρήση τους έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς η πλειονότητα των ασφαλισμένων που υποβάλλουν αίτηση για πλήρη σύνταξη, κυρίως στο όριο ηλικίας των 62 ετών, επιλέγει να αξιοποιήσει τη δυνατότητα εξαγοράς πλασματικού χρόνου.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 8 στους 10 ασφαλισμένους προχωρούν σε αναγνώριση πλασματικών ετών, εξαγοράζοντας κατά μέσο όρο 3 έως 4 χρόνια. Το κόστος εξαγοράς διαμορφώνεται ενδεικτικά κοντά στα 220 ευρώ μηνιαίως, ωστόσο εξαρτάται από τις αποδοχές του υπαλλήλου, καθώς υπολογίζεται ως ποσοστό επί αυτών.
Στο Δημόσιο, οι ασφαλισμένοι έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν από 4 έως 7 έτη πλασματικού χρόνου, ενώ μπορούν να προσθέσουν επιπλέον έως 5 έτη λόγω τέκνων. Συνολικά, δηλαδή, ο αναγνωρίσιμος χρόνος μπορεί να φτάσει έως και τα 12 έτη, προσφέροντας σημαντική ευελιξία στον συνταξιοδοτικό σχεδιασμό.
Η αξιοποίηση των πλασματικών ετών διαφοροποιείται ανάλογα με το πότε θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Για όσους θεμελιώνουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, τα πλασματικά έτη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη συμπλήρωση της 25ετίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναγνωρίζονται ο χρόνος στρατιωτικής θητείας, η εκπαιδευτική άδεια έως 5 έτη, η γονική άδεια και ο χρόνος ανατροφής παιδιών.
Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μετά, το πλαίσιο γίνεται πιο ευέλικτο. Οι πλασματικοί χρόνοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για τη συμπλήρωση του συνολικού χρόνου ασφάλισης, δηλαδή για τα 36, 37 ή 40 έτη που απαιτούνται για πλήρη σύνταξη. Στην κατηγορία αυτή αναγνωρίζονται ολόκληρος ο χρόνος στρατιωτικής θητείας, τα έτη σπουδών (όσα απαιτήθηκαν για τη λήψη πτυχίου), η εκπαιδευτική άδεια έως 2 έτη, καθώς και ο χρόνος τέκνων.
Ο πλασματικός χρόνος τέκνων μπορεί να φτάσει έως τα 5 έτη και κατανέμεται ως εξής: 1 έτος για το πρώτο παιδί, 2 έτη για το δεύτερο και 2 έτη για το τρίτο, ενώ για περισσότερα παιδιά δεν προβλέπεται επιπλέον χρόνος. Παράλληλα, αναγνωρίζεται και ο χρόνος άδειας άνευ αποδοχών για ανατροφή παιδιών έως την ηλικία των 6 ετών.
Οι ασφαλισμένοι έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν μία ή περισσότερες αιτήσεις για εξαγορά πλασματικών ετών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που προβλέπεται από τη νομοθεσία. Σημαντικό είναι ότι αν δεν εξοφληθεί το ποσό της εξαγοράς, ο αντίστοιχος χρόνος δεν προσμετράται. Σε περίπτωση μερικής καταβολής, αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος που αντιστοιχεί στο ποσό που έχει πληρωθεί.
Το κόστος εξαγοράς
Το κόστος εξαγοράς για αιτήσεις που υποβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2020 και μετά ανέρχεται στο 20% των τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου. Ωστόσο, υπήρξε μεταβατική περίοδος με χαμηλότερα ποσοστά: 6,67% έως το 2016, 10% για το 2017, 13,34% για το 2018 και 16,67% για το 2019. Η εξόφληση μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: εφάπαξ καταβολή εντός τριμήνου με έκπτωση 2% για κάθε έτος αναγνώρισης, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ή μέσω παρακράτησης από τη σύνταξη, έως το ένα τέταρτο αυτής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η εξαγορά πλασματικών ετών μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και αποκλειστικά για την προσαύξηση της σύνταξης, χωρίς να είναι απαραίτητη η χρήση τους για θεμελίωση δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό, οι ασφαλισμένοι μπορούν να αυξήσουν το τελικό ποσό της παροχής ακόμη και αν έχουν ήδη κατοχυρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
Για τους ένστολους, το πλαίσιο είναι ακόμη πιο διευρυμένο. Πέραν του χρόνου στρατιωτικής θητείας και των σπουδών, προβλέπεται προσαύξηση κατά τρία έτη για όσους έχουν καταταγεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από την 1η Ιανουαρίου 2015 και μετά. Επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα υπολογισμού στο διπλάσιο του χρόνου υπηρεσίας έως και πέντε έτη.
Η λεγόμενη «διπλή πενταετία» αναγνωρίζεται υπό την προϋπόθεση ότι έχουν συμπληρωθεί 24,6 έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Με τον νόμο 4997/2022, η δυνατότητα αυτή επεκτάθηκε σε όλες τις υπηρεσίες και σε ευρύτερο κύκλο ασφαλισμένων, επιτρέποντας τον διπλασιασμό του χρόνου ανεξαρτήτως της μονάδας ή της φύσης της υπηρεσίας.
Τέλος, στο Δημόσιο προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών χρόνων και σε περιπτώσεις συντάξεων ανικανότητας, γεγονός που διευρύνει περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής του μέτρου. Συνολικά, τα πλασματικά έτη αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο όμως απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση, ώστε ο ασφαλισμένος να σταθμίσει σωστά το κόστος και το όφελος πριν λάβει την τελική του απόφαση.































