Να κλείσει το παράθυρο που άνοιξε για «πλαφόν» στα ενοίκια θέλει η κυβέρνηση, ιδιαίτερα σε κατοικίες χαμηλής ποιότητας ή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης. Το παράθυρο για πλαφόν στα ενοίκια ανοίγει η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, η οποία τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.
Το πρώτο μέτρο αφορά τη δημιουργία ενός εθνικού δείκτη τιμών ακινήτων και ενοικίων,ο οποίος θα βασίζεται σε στοιχεία μεταβιβάσεων, μισθώσεων, τραπεζικών αποτιμήσεων, φορολογικών δηλώσεων και άλλων διαθέσιμων δεδομένων της αγοράς. Στόχος είναι να υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις πραγματικές τιμές αγοράς και μίσθωσης κατοικιών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αλλά και να εντοπίζονται έγκαιρα περιοχές όπου παρατηρούνται έντονες στεγαστικές πιέσεις.
Το ενδιαφέρον στοιχείο της πρότασης είναι ότι ο νέος δείκτης δεν προορίζεται μόνο για την παρακολούθηση των τιμών στην αγορά κατοικίας. Σύμφωνα με τη στρατηγική, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για στοχευμένες παρεμβάσεις στη λειτουργία της αγοράς ενοικίων, ακόμη και μέσω καθορισμού ανώτατων εύρων μισθωμάτων, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου.
Μέσω αντικειμενικών στοιχείων για την περιοχή, την ποιότητα κατασκευής, την κατάσταση και την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών, θα μπορεί να προσδιορίζεται ποιες κατηγορίες ακινήτων θα παραμένουν σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας διαμόρφωσης μισθωμάτων και για ποιες θα μπορούν να εφαρμόζονται ειδικότεροι κανόνες προστασίας των ενοικιαστών. Η ίδια η πρόταση αναφέρει ότι «ειδικά για κατοικίες χαμηλής ποιότητας ή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης ο δείκτης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αναφοράς για τον καθορισμό ανώτατων εύρων μισθωμάτων ή άλλων μορφών ρύθμισης της αγοράς»
Ράλι στα ενοίκια
Το 2025, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αύξηση των ενοικίων στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 10%, την ώρα που στην ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση διατηρήθηκε σε πολύ ηπιότερα επίπεδα, φτάνοντας μόλις το 2,9%. Παράλληλα ο γενικός πληθωρισμός στέγασης στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 5,5%, καταγράφοντας ρυθμό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το 2,1% της ευρωζώνης.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα δαπανά πλέον πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του αποκλειστικά για έξοδα στέγασης. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 8,2%, καθιστώντας το βάρος για τους Έλληνες 3,5 φορές μεγαλύτερο.
Δεν εξετάζεται πλαφόν στα ενοίκια
Αρμόδιες πηγές από το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας τονίζουν πως «δεν εξετάζεται πλαφόν στα ενοίκια»
Ειδικότερα αναφέρουν πως: «Σχετικά με δημοσιεύματα και δημόσιες αναφορές που συνδέουν την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική με ενδεχόμενο επιβολής πλαφόν στα ενοίκια, διευκρινίζεται κατηγορηματικά ότι ούτε η Στρατηγική περιλαμβάνει σχετική πρόταση ούτε η Κυβέρνηση εξετάζει ή προτίθεται να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων.
Η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική, η οποία έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, αποτελεί τον πρώτο ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για την αντιμετώπιση των στεγαστικών προκλήσεων της χώρας. Αποτυπώνει την υφιστάμενη κατάσταση στην αγορά κατοικίας, αναλύει τις τάσεις και τις προκλήσεις που καταγράφονται στην Ελλάδα και την Ευρώπη και διαμορφώνει ένα συνεκτικό πλαίσιο κατευθύνσεων για την ανάπτυξη της στεγαστικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Ως προς το ζήτημα του πλαφόν στα ενοίκια, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αποσαφηνίζει: δεν εξετάζεται και δεν προτίθεται να εφαρμοστεί οποιοδήποτε σύστημα διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων.
Η διεθνής εμπειρία από χώρες που υιοθέτησαν παρεμβάσεις αυτού του τύπου είναι σύνθετη και τα αποτελέσματα συχνά αμφιλεγόμενα. Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί παρενέργειες, όπως η μείωση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση, η αναστολή επενδύσεων στην κατοικία και η επιδείνωση της ποιότητας του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος.
Επιπλέον, η ελληνική στεγαστική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθιστούν τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη πιο προβληματικές. Είναι ενδεικτικό ότι το μέσο δηλωμένο μίσθωμα στα δεδομένα της φορολογικής διοίκησης παραμένει σε επίπεδα που δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική εικόνα της αγοράς, γεγονός που καταδεικνύει την έκταση του φαινομένου της υποδήλωσης μισθωμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή διοικητικών περιορισμών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αδήλωτη οικονομία αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσιτής στέγασης.
Σε κάθε περίπτωση, η θέσπιση ρυθμιζόμενου ενοικίου στο πλαίσιο της κοινωνικής κατοικίας δεν πρέπει να συγχέεται με την επιβολή πλαφόν σε ιδιωτικά ακίνητα.
Η κυβερνητική πολιτική για τη στέγαση επικεντρώνεται στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, στην αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, στην ενίσχυση της κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, στη διευκόλυνση της πρόσβασης των νέων σε ιδιόκτητη κατοικία και στη στήριξη των ενοικιαστών μέσω στοχευμένων μέτρων. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί διαρθρωτικές παρεμβάσεις που αυξάνουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και όχι διοικητικό καθορισμό τιμών».

































