Οι κυβερνήσεις μπορούν να προστατεύσουν τα ευάλωτα νοικοκυριά, να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις σε λειτουργία και ταυτόχρονα να αποφύγουν νέα πίεση στα δημόσια οικονομικά, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα στήριξης απέναντι στο ενεργειακό και διατροφικό σοκ θα είναι στοχευμένα, προσωρινά και δημοσιονομικά βιώσιμα, επισημαίνουν αξιωματούχοι του ΔΝΤ σε ανάλυσή τους που δημοσιεύθηκε σήμερα.
Όπως αναφέρουν, η νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές ενέργειας φέρνει τις κυβερνήσεις αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις επιβαρύνοντας περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους προϋπολογισμούς είτε να επιτρέψουν τη μετακύλιση των αυξήσεων στους καταναλωτές, με κίνδυνο κοινωνικών και πολιτικών αντιδράσεων.
Οι συντάκτες υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει ενιαία συνταγή αντιμετώπισης, καθώς οι επιπτώσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ χωρών, ανάλογα με την ενεργειακή εξάρτηση, τη δομή των αγορών, τα συστήματα κοινωνικής προστασίας και τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια. Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια του σοκ και τον αντίκτυπό του στον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι παρατεταμένες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μπορούν να μειώσουν αισθητά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ παράλληλα επιβαρύνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Εάν δεν υπάρξει παρέμβαση, αυξάνεται ο κίνδυνος φτωχοποίησης και λουκέτων.
Οι οικονομολόγοι τονίζουν ότι οι κρατικές παρεμβάσεις πρέπει να διατηρούν τα σήματα τιμών της αγοράς, επιτρέποντας στις εγχώριες τιμές ενέργειας να αντανακλούν το διεθνές κόστος. Σε περιπτώσεις προσωρινών αλλά έντονων διαταραχών, τα κράτη μπορούν να παρέμβουν ώστε να εξομαλύνουν την προσαρμογή, χωρίς όμως να αποτρέπουν πλήρως τη μετακύλιση των αυξήσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών. Όπως σημειώνεται, τα χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν έως και δύο ή τρεις φορές μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ενέργεια και τρόφιμα σε σχέση με τα πιο εύπορα στρώματα. Για τον λόγο αυτό προτείνονται στοχευμένες χρηματικές ενισχύσεις μέσω υφιστάμενων συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, καθώς διατηρούν τα κίνητρα εξοικονόμησης και περιορίζουν το δημοσιονομικό κόστος.
Σε περιπτώσεις ιδιαίτερα ισχυρών αλλά προσωρινών σοκ, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εξετάσουν εφάπαξ επιδοτήσεις ή μηχανισμούς σταδιακής μετακύλισης των αυξήσεων. Ωστόσο, γενικευμένες επιδοτήσεις ή πλαφόν στις τιμές θα πρέπει να αποτελούν έσχατη λύση.
Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, η ανάλυση υποστηρίζει ότι η κρατική στήριξη πρέπει να στοχεύει στη διατήρηση βιώσιμων επιχειρήσεων και στην αποφυγή αχρείαστων πτωχεύσεων. Ως καταλληλότερα εργαλεία προτείνονται οι εγγυημένες δανειοδοτήσεις, οι γραμμές ρευστότητας και οι προσωρινές αναστολές φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, καθώς έχουν χαμηλότερο δημοσιονομικό κόστος και μπορούν να αποσυρθούν ευκολότερα.
Αντίθετα, μέτρα όπως οι οριζόντιες επιδοτήσεις, οι φορολογικές μειώσεις στην ενέργεια και τα πλαφόν τιμών θεωρούνται πιο στρεβλωτικά, καθώς αποδυναμώνουν τα σήματα της αγοράς, ευνοούν συχνά περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα και δυσκολεύουν τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Οι συντάκτες επισημαίνουν επίσης ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι πλέον περιορισμένα σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις λόγω αυξημένου χρέους και υψηλότερου κόστους δανεισμού. Ως αποτέλεσμα, οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένες, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες όπου οι κοινωνικές δομές προστασίας είναι ασθενέστερες και οι δημοσιονομικές δυνατότητες περιορισμένες.
Καταλήγοντας, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν οι κυβερνήσεις πρέπει να παρέμβουν, αλλά με ποιον τρόπο. Μια σταδιακή και πειθαρχημένη στρατηγική, που ξεκινά από στοχευμένα και προσωρινά μέτρα και κλιμακώνεται μόνο εφόσον απαιτείται, μπορεί να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του ενεργειακού και διατροφικού σοκ χωρίς να δημιουργήσει νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.































