Ογδόντα ημέρες ήταν αρκετές για να αλλάξει πλήρως το τοπίο στις αγορές κρατικού χρέους της Ελλάδας και της Ευρωζώνης. Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ προχώρησαν σε συντονισμένα στρατιωτικά πλήγματα κατά στόχων στο Ιράν, η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή δεν επηρέασε μόνο τις τιμές της ενέργειας και τις διεθνείς αγορές, αλλά αναδιαμόρφωσε και την αποτίμηση του κινδύνου στις αγορές ομολόγων, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση του κόστους δανεισμού.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στα δελτία αγοράς του ΟΔΔΗΧ πριν και μετά την έναρξη της σύγκρουσης δείχνει μια σαφή μεταστροφή του επενδυτικού κλίματος απέναντι στο ελληνικό χρέος. Στις 26 Φεβρουαρίου, δύο ημέρες πριν από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το περιβάλλον χρηματοδότησης ήταν αισθητά ευνοϊκότερο. Το ελληνικό δεκαετές ομόλογο διαπραγματευόταν με απόδοση 3,31%, ενώ το πενταετές βρισκόταν στο 2,61%.
Μέχρι τις 19 Μαΐου, η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς είχε αυξηθεί στο 3,86%, ενώ του πενταετούς στο 3,23%.
Η μεταβολή αυτή σημαίνει ότι μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες το κόστος δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο αυξήθηκε κατά περίπου 55 μονάδες βάσης στο δεκαετές ομόλογο, γεγονός που θα καθιστούσε ακριβότερη οποιαδήποτε νέα έξοδο στις αγορές. Παράλληλα, η άνοδος δεν περιορίστηκε στις βραχυπρόθεσμες διάρκειες αλλά επεκτάθηκε σε ολόκληρη την καμπύλη αποδόσεων, στοιχείο που δείχνει βαθύτερη αλλαγή στις συνθήκες αποτίμησης του κινδύνου.
Την ίδια ώρα επιδεινώθηκε και η σχετική θέση της Ελλάδας έναντι του γερμανικού τίτλου αναφοράς. Το spread του ελληνικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού Bund διευρύνθηκε από τις 60 μονάδες βάσης στα τέλη Φεβρουαρίου στις 69 μονάδες βάσης στα μέσα Μαΐου. Αντίστοιχα, το spread του πενταετούς αυξήθηκε από τις 30 στις 37 μονάδες βάσης.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται μόνο για μια γενικευμένη άνοδο επιτοκίων διεθνώς, αλλά για αύξηση του ασφαλίστρου κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές για τη διακράτηση ελληνικών τίτλων. Οι αγορές επανατιμολόγησαν τον γεωπολιτικό κίνδυνο και οι οικονομίες της περιφέρειας βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της αναθεώρησης.
Η μεταστροφή, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Σε ολόκληρη την Ευρωζώνη καταγράφηκε σημαντική αύξηση των αποδόσεων, καθώς οι επενδυτές εγκατέλειψαν το σενάριο ταχύτερης αποκλιμάκωσης επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και άρχισαν να προεξοφλούν υψηλότερο πληθωρισμό λόγω ενέργειας.
Το γερμανικό δεκαετές Bund, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και ασφαλές καταφύγιο για την Ευρώπη, αυξήθηκε από 2,71% στις 26 Φεβρουαρίου στο 3,16% στις 19 Μαΐου, σημειώνοντας άνοδο περίπου 46 μονάδων βάσης. Αντίστοιχα, το γερμανικό πενταετές αυξήθηκε από 2,31% σε 2,78%.
Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Η απόδοση του ισπανικού δεκαετούς αυξήθηκε από 3,11% σε 3,59%, ενώ το πενταετές από 2,72% σε 3,18%. Στην Πορτογαλία, το δεκαετές αυξήθηκε από 3,04% σε 3,53% και το πενταετές από 2,65% σε 3,10%. Η Ιταλία εμφάνισε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, με το δεκαετές να κινείται από 3,31% στο 3,91% και το πενταετές από 2,88% σε 3,44%.
Η αλλαγή αποτυπώθηκε και στην αγορά επιτοκιακών swaps. Το δεκαετές EUR IRS αυξήθηκε από 2,72% πριν από τη σύγκρουση στο 3,19% τον Μάιο, ενώ το πενταετές EUR IRS ενισχύθηκε από 2,33% σε 2,85%, δείχνοντας ότι οι αγορές αναθεώρησαν ανοδικά τις προσδοκίες για τα επιτόκια.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μεταβολή διαδραμάτισε η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών.
Το Μπρεντ αυξήθηκε από περίπου 70 δολάρια ανά βαρέλι στα τέλη Φεβρουαρίου σε σχεδόν 111 δολάρια τον Μάιο, σημειώνοντας άνοδο άνω του 58%, γεγονός που αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για νέα ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη.
Οι επιπτώσεις αποτυπώθηκαν και στις μακροοικονομικές προβλέψεις. Για την Ελλάδα, η εκτίμηση ανάπτυξης του 2026 αναθεωρήθηκε από 2,4% σε 2%, ενώ ο πληθωρισμός αυξήθηκε από 2,2% σε 3,2%. Στην Ευρωζώνη, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός αναθεωρήθηκε από 1,9% σε 2,6%, με την ανάπτυξη να παραμένει μόλις στο 1,2%, ενισχύοντας τα σενάρια στασιμοπληθωρισμού.
Παρά τη νέα πίεση, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα λόγω της δομής του χρέους της, καθώς η μεγάλη μέση διάρκεια και το υψηλό ποσοστό χρέους σταθερού επιτοκίου περιορίζουν τη βραχυπρόθεσμη επίπτωση.





























