Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται εκ νέου στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων να κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν τις προοπτικές για τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ και τη μελλοντική στάση της Federal Reserve.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου ενισχύθηκε κατά έξι μονάδες βάσης, αγγίζοντας το 5,18%, επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά το 2007, λίγο πριν από την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η άνοδος επεκτάθηκε σε όλο το εύρος της καμπύλης αποδόσεων, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση του sell off στην αγορά κρατικού χρέους.
Το κλίμα επιφυλακής απέναντι στους τίτλους μεγάλης διάρκειας ενισχύεται, με τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για τη διακράτηση μακροπρόθεσμου χρέους. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ανησυχίες για αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών, υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι φόβοι για περαιτέρω διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ.
«Με το δημόσιο χρέος να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομική ανάπτυξη, την επιδείνωση των πληθωριστικών προοπτικών και την απουσία ουσιαστικής πολιτικής βούλησης για δημοσιονομική μεταρρύθμιση, το ενδιαφέρον για το μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης παραμένει περιορισμένο», σημείωσε σε ανάλυσή του ο επικεφαλής έρευνας της Barclays, Ατζάι Ρατζαντιάκσα.
Μέχρι πρότινος, το όριο του 5% για την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου θεωρούνταν από αρκετούς επενδυτές σημείο επανεισόδου στην αγορά κατά τις διορθώσεις. Ωστόσο, η περαιτέρω άνοδος των αποδόσεων θέτει υπό αμφισβήτηση αυτή την εκτίμηση, ενισχύοντας τα σενάρια ότι η αγορά των αμερικανικών Treasuries, συνολικής αξίας περίπου 31 τρισ. δολαρίων, εισέρχεται σε νέα φάση ανατιμολόγησης.
Παράλληλα, μεταβάλλονται αισθητά και οι προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Fed. Πριν από την πρόσφατη γεωπολιτική κλιμάκωση, οι αγορές προεξοφλούσαν έως και τρεις μειώσεις επιτοκίων μέσα στο έτος. Πλέον, τα συμβόλαια επιτοκιακών ανταλλαγών αποτυπώνουν αυξημένες πιθανότητες η επόμενη κίνηση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας να είναι ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων.
Η ανοδική πορεία των αποδόσεων δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων προσεγγίζουν το 6%, ενώ στη Γερμανία κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011. Παρ’ όλα αυτά, οι εξελίξεις στην αγορά αμερικανικών ομολόγων εξακολουθούν να λειτουργούν ως βασικό σημείο αναφοράς για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν συνεχιστεί η πτωτική πορεία στην αγορά ομολόγων, το αυξημένο κόστος δανεισμού ενδέχεται να περάσει στα στεγαστικά και εταιρικά επιτόκια στις ΗΠΑ, επιβαρύνοντας την οικονομική δραστηριότητα και εντείνοντας τις πιέσεις για παρεμβάσεις στη διαχείριση του δημόσιου χρέους.































