Η Ελλάδα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο 2025–2026 με ένα ενεργειακό σύστημα που, παρά τις πιέσεις, εκτιμάται ότι θα ανταποκριθεί στις ανάγκες, όπως προκύπτει από την έκθεση Winter Outlook του ENTSO-E (Ευρωπαϊκός Διαχειριστής Ηλεκτρικού Συστήματος).
Την ίδια ώρα, οι ανησυχίες για τα αυξανόμενα περιστατικά υπερπαραγωγής από ΑΠΕ και οι περικοπές πράσινης ενέργειας που λαμβάνουν πλέον εκρηκτικές διαστάσεις εξακολουθούν να συνιστούν μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη χώρα.
Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό διαχειριστή, η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των κρατών-μελών με τον υψηλότερο κίνδυνο μπλακ άουτ λόγω της υπερβάλλουσας παραγωγής από ΑΠΕ, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς ανανεώσιμων προβλέπεται να είναι έως το 2030 δεκαπλάσια του ελάχιστου φορτίου. Η πρόσφατη εμπειρία της 14ης Απριλίου 2024, όταν δημιουργήθηκε πλεόνασμα 2 GW και οι διαχειριστές αναγκάστηκαν να αποσύρουν αντίστοιχη πράσινη ισχύ για να διασώσουν τη σταθερότητα του δικτύου, καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Οι περικοπές παραγωγής κλιμακώνονται: στο εννεάμηνο του 2025 ανήλθαν σε 1.789 GWh, υπερδιπλάσιες σε σχέση με το 2024, ενώ τον Σεπτέμβριο κατέγραψαν νέο άλμα 49%.
Όσον αφορά τη φετινή χειμερινή περίοδο, το ENTSO-E σημειώνει ότι δεν έχει προγραμματιστεί καμία συντήρηση μονάδων παραγωγής στις περιόδους υψηλής ζήτησης (15 Δεκεμβρίου – 15 Φεβρουαρίου), ενώ η πιθανότητα παράτασης προγραμματισμένων συντηρήσεων θεωρείται χαμηλή. Η νέα μονάδα φυσικού αερίου ισχύος 850 MW συνεχίζει τη φάση δοκιμών, ενισχύοντας σταδιακά την επάρκεια ισχύος. Παράλληλα, ο ΑΔΜΗΕ βρίσκεται σε διαρκή συντονισμό με τον ΔΕΣΦΑ ώστε να είναι εφικτή, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, η μετάπτωση ορισμένων διπλού καυσίμου μονάδων από φυσικό αέριο σε πετρέλαιο — μια λύση που μπορεί να εφαρμοστεί μόνο για λίγες ημέρες και αποκλειστικά σε περιπτώσεις σοβαρής έλλειψης αερίου.
Το μεγαλύτερο σημείο ανησυχίας αφορά τα υδροηλεκτρικά αποθέματα, τα οποία βρίσκονται σε χαμηλό δεκαετίας λόγω της ξηρασίας και των μηδενικών εισροών κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η παρατεταμένη απουσία βροχοπτώσεων δημιουργεί εύλογο προβληματισμό για τη διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικής ισχύος τους χειμερινούς μήνες. Παρά ταύτα, καμία συντήρηση ή περιορισμός δυναμικότητας δεν έχει προβλεφθεί στις διασυνδέσεις, οι οποίες παραμένουν πλήρως διαθέσιμες. Εκτιμάται επίσης μια μικρή αύξηση της κατανάλωσης σε σχέση με τον ήπιο χειμώνα 2024–2025.
Η ενίσχυση του συστήματος συνεχίζεται με την ένταξη νέων γραμμών 150 kV και 400 kV και νέων υποσταθμών υψηλής τάσης, που βελτιώνουν τη σταθερότητα και την αξιοπιστία του δικτύου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο συνδυασμός εγχώριας παραγωγής, εισαγωγικής ικανότητας και της αυξανόμενης ισχύος από ΑΠΕ θεωρείται επαρκής για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι οι προμήθειες φυσικού αερίου θα παραμείνουν απρόσκοπτες. Ωστόσο, το ελληνικό σύστημα θα εξακολουθήσει να εξαρτάται σε υψηλό βαθμό από εισαγωγές κατά τις περιόδους αιχμής, ειδικά όταν η παραγωγή από ΑΠΕ είναι χαμηλή.
Αντιστρόφως, σε ημέρες χαμηλής ζήτησης —όπως Σαββατοκύριακα και αργίες— αναμένεται να συνεχιστούν οι περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ για λόγους εξισορρόπησης, λόγω της πολύ υψηλής διείσδυσης ανανεώσιμων και στο δίκτυο μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον έλεγχο της παραγωγής ΑΠΕ που συνδέονται στη διανομή.
Σημαντική εξέλιξη για το σύστημα αποτελεί και η πρόοδος της μεγάλης ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης–ηπειρωτικής Ελλάδας (DC link), η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει τη δοκιμαστική λειτουργία της μέσα στο 2025, ώστε να τεθεί σε πλήρη λειτουργία εντός της επικείμενης χειμερινής περιόδου.
Σε ό,τι αφορά το καλοκαίρι που προηγήθηκε, το ENTSO-E καταγράφει μείωση της μέσης ζήτησης κατά 4% σε σχέση με το 2024, έτος με διαδοχικούς καύσωνες. Αν και καταγράφηκαν δύο έντονα θερμικά επεισόδια τον Ιούλιο, τα οποία προκάλεσαν αιχμές και πίεση στο σύστημα, συνολικά δεν παρουσιάστηκαν ζητήματα επάρκειας. Οι πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας είχαν περιορισμένη επίδραση, προκαλώντας μόνο τοπικές διακοπές.
Παρά τις διαρκείς προκλήσεις, η έκθεση καταλήγει ότι η Ελλάδα δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει προβλήματα επάρκειας τον φετινό χειμώνα, με την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί η σταθερότητα του εφοδιασμού σε φυσικό αέριο και θα παραμείνουν διαθέσιμα τα αναγκαία περιθώρια εισαγωγών.
























