Στη χαρτογράφηση των αναγκαίων περιοχών για την επίτευξη των εθνικών στόχων στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έως το 2050 προχώρησε με απόφαση του που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η απόφαση επιχειρεί να αποτυπώσει, με συστηματικό και τεκμηριωμένο τρόπο, τόσο την υφιστάμενη κατάσταση ανάπτυξης των έργων ΑΠΕ όσο και τις χωρικές ανάγκες που προκύπτουν για την επίτευξη των μακροπρόθεσμων ενεργειακών και κλιματικών στόχων της χώρας.
Στο επίκεντρο της απόφασης βρίσκεται η αναλυτική καταγραφή της ανάπτυξης χερσαίων αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η χαρτογράφηση πραγματοποιείται ανά στάδιο αδειοδότησης και περιλαμβάνει έργα που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, σταθμούς με οριστική προσφορά σύνδεσης, έργα με πλήρες αίτημα για οριστική προσφορά σύνδεσης, καθώς και σταθμούς που διαθέτουν βεβαίωση παραγωγού. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ και αφορούν την περίοδο Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 2025, αποτυπώνοντας με επικαιροποιημένο τρόπο το επενδυτικό ενδιαφέρον και το επίπεδο ωρίμανσης των έργων.
Η απόφαση συνδέεται άμεσα με τους στόχους του Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο προβλέπει σημαντική αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας και στην ηλεκτροπαραγωγή. Σύμφωνα με το ΕΣΕΚ, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς αναμένεται να ανέλθει στα 71,6 GW το 2050, από 36,4 GW το 2030, καταγράφοντας σχεδόν διπλασιασμό μέσα σε δύο δεκαετίες.
Καθοριστικό ρόλο στο μελλοντικό ενεργειακό μείγμα αναμένεται να διαδραματίσουν τα φωτοβολταϊκά, με την εγκατεστημένη ισχύ τους να αυξάνεται από 13,5 GW το 2030 σε περισσότερα από 35 GW το 2050. Παράλληλα, η συνολική ισχύς των αιολικών ενισχύεται σημαντικά, καθώς τα χερσαία αιολικά προβλέπεται να φθάσουν τα 13 GW έως τα μέσα του αιώνα, ενώ ιδιαίτερη δυναμική αποκτούν τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, με την εγκατεστημένη ισχύ τους να εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 11,8 GW το 2050, από 1,9 GW το 2030.
Σταθερή αλλά περιορισμένη παραμένει η συμβολή των υδροηλεκτρικών έργων. Τα μεγάλα υδροηλεκτρικά αυξάνονται σταδιακά από 3,5 GW το 2030 σε περίπου 4,7 GW το 2050, ενώ τα μικρά υδροηλεκτρικά φθάνουν τα 490 MW. Αντίθετα, η βιομάζα και το βιοαέριο εμφανίζουν φθίνουσα πορεία, με την εγκατεστημένη ισχύ να μειώνεται από 77 MW το 2030 σε 42 MW το 2050.
Το ΕΣΕΚ επιβεβαιώνει την πλήρη απολιγνιτοποίηση του ηλεκτροπαραγωγικού συστήματος, καθώς η ισχύς των λιγνιτικών μονάδων μηδενίζεται σε όλο τον χρονικό ορίζοντα έως το 2050. Παράλληλα, προβλέπεται σταδιακή μείωση της ισχύος των μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες από 7,9 GW το 2030 περιορίζονται στα 5,9 GW το 2050, διατηρώντας ωστόσο ρόλο εφεδρείας για την ασφάλεια εφοδιασμού. Μειωμένη είναι και η συμβολή των μονάδων συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης με φυσικό αέριο, καθώς και των πετρελαϊκών μονάδων, που περιορίζονται κυρίως σε νησιωτικές περιοχές.
Ειδικότερα, τίθεται στόχος για διείσδυση των ΑΠΕ σε ποσοστό 43% στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030 και 95,8% έως το 2050, ενώ στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 75,7% και 100,8%. Η στρατηγική ανάπτυξης βασίζεται στην αξιοποίηση του υψηλού αιολικού και ηλιακού δυναμικού της χώρας, τόσο σε χερσαίο όσο και σε υπεράκτιο επίπεδο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αποτύπωση του αιολικού και ηλιακού δυναμικού της Ελλάδας, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή αξιοποιησιμότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απόφασης, οι μεγαλύτερες ταχύτητες ανέμων εντοπίζονται κυρίως σε παραθαλάσσιες και νησιωτικές περιοχές, ενώ η ηλιακή ακτινοβολία κατατάσσει τη χώρα στις πλέον ευνοϊκές περιοχές της Ευρώπης για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών σταθμών, παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό των αναγκαίων περιοχών.
Από τα συγκεντρωτικά δεδομένα προκύπτει ότι οι αιολικοί και φωτοβολταϊκοί σταθμοί που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία ή διαθέτουν οριστική προσφορά σύνδεσης επαρκούν σε μεγάλο βαθμό για την κάλυψη των στόχων του ΕΣΕΚ έως το 2030. Παράλληλα, εφόσον συνυπολογιστούν και τα έργα που βρίσκονται σε προηγούμενα στάδια αδειοδότησης, εκτιμάται ότι οι στόχοι έως το 2050 όχι μόνο καλύπτονται αλλά ενδέχεται και να υπερκαλύπτονται, στοιχείο που αναδεικνύει τόσο την ένταση του επενδυτικού ενδιαφέροντος όσο και την ανάγκη για ορθολογικό χωρικό σχεδιασμό.
Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι η χαρτογράφηση έχει στρατηγικό χαρακτήρα και δεν συνιστά αδειοδοτική πράξη ούτε δημιουργεί αυτοτελή δικαιώματα χωροθέτησης ή εγκατάστασης έργων. Αντιθέτως, λειτουργεί ως εργαλείο σχεδιασμού πολιτικής και θα πρέπει να συνεκτιμηθεί σε συνδυασμό με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και ιδίως με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο βρίσκεται σε διαδικασία αναθεώρησης, με τις διατάξεις του να υπερισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσης.
























