Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αποτελεί την κυρίαρχη φυσιογνωμία της ισραηλινής πολιτικής. Έχοντας διατελέσει πρωθυπουργός για συνολικά 19 από τα τελευταία 30 χρόνια, έχει καταφέρει να διαμορφώσει όχι μόνο τις πολιτικές εξελίξεις, αλλά και τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η δημόσια αντιπαράθεση στο Ισραήλ. Τώρα, καθώς η χώρα οδεύει προς τις κάλπες, το ερώτημα είναι αν ο μακροβιότερος πολιτικός πρωταγωνιστής της σύγχρονης ισραηλινής ιστορίας θα καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία ή αν η εποχή του πλησιάζει στο τέλος της.
Σύμφωνα με τονΤζόναθαν Φρίντλαντ σε ανάλυσή του στον Guardian, η προεκλογική αναμέτρηση δεν εξελίσσεται πλέον με βάση τον παραδοσιακό διαχωρισμό μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Αντιθέτως, το πολιτικό σκηνικό έχει διαμορφωθεί γύρω από δύο αντίπαλα στρατόπεδα: εκείνους που στηρίζουν τον Νετανιάχου και εκείνους που επιδιώκουν την απομάκρυνσή του.
Στο επίκεντρο της προσπάθειας για πολιτική αλλαγή βρίσκεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου, ο οποίος εισήλθε στην πολιτική πριν από περίπου τέσσερα χρόνια. Με καταγωγή από οικογένεια Μαροκινών Εβραίων της εργατικής τάξης, ο Άιζενκοτ επιχειρεί να εμφανιστεί ως το αντίθετο του σημερινού πρωθυπουργού: ένας πολιτικός που δίνει έμφαση στην ακεραιότητα, την υπευθυνότητα και την προσωπική συνέπεια.
Το πολιτικό κεφάλαιο του Άιζενκοτ και το μήνυμα κατά του «Μπίμπι»
Σε προεκλογική συγκέντρωση στην πόλη Μόντι, ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και την Ιερουσαλήμ, οι υποστηρικτές του Άιζενκοτ έστειλαν σαφές μήνυμα υπέρ μιας διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας. Το όνομα του κόμματός του, Yashar, που σημαίνει «ευθύς» ή «άμεσος», αποτυπώνει τη βασική του υπόσχεση: μια πολιτική χωρίς ψέματα, με ανάληψη ευθύνης και ηγεσία που δίνει το παράδειγμα.
Ο ίδιος τάσσεται, μεταξύ άλλων, υπέρ της θέσπισης ορίων στη διάρκεια της πρωθυπουργικής θητείας, κατά το αμερικανικό πρότυπο, υποστηρίζοντας ότι η παρατεταμένη παραμονή στην εξουσία μπορεί να οδηγήσει στη διαφθορά.
Η έλλειψη του έντονου επικοινωνιακού χαρίσματος που χαρακτηρίζει τον Νετανιάχου δεν θεωρείται απαραίτητα μειονέκτημα από τους υποστηρικτές του. Αντιθέτως, ορισμένοι ψηφοφόροι εκτιμούν ότι το Ισραήλ χρειάζεται έναν ηγέτη που θα επικεντρώνεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του και όχι στη ρητορική.
Η 56χρονη Νόα Σάντεχ, η οποία βρέθηκε στη συγκέντρωση, εξέφρασε την κόπωσή της από τους πολιτικούς που, όπως είπε, γνωρίζουν να μιλούν πειστικά χωρίς απαραίτητα να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των πολιτών. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο 74χρονος απόστρατος συνταγματάρχης Ντέιβιντ Νάντλερ, ο οποίος είχε υπηρετήσει υπό τον Άιζενκοτ, επέμεινε σε μία λέξη για να περιγράψει τον πρώην στρατηγό: «ακεραιότητα».
Ωστόσο, η προσπάθεια του Άιζενκοτ να εμφανιστεί ως μια αξιοπρεπής εναλλακτική λύση προκαλεί και ερωτήματα. Ορισμένοι θεωρούν ότι η μετριοπάθειά του αποτελεί πλεονέκτημα, ενώ άλλοι αμφιβάλλουν αν αρκεί για να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που έχει αποδείξει επανειλημμένα την ικανότητά του να κυριαρχεί στην πολιτική αντιπαράθεση.
Η αντιπολίτευση απέναντι σε έναν πολιτικό κυρίαρχο
Η επιρροή του Νετανιάχου εκτείνεται ακόμη και στους πολιτικούς που προέρχονται από τον δικό του ιδεολογικό χώρο. Στο αντιπολιτευτικό στρατόπεδο βρίσκονται προσωπικότητες όπως ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος γεννήθηκε στη Μολδαβία. Και οι δύο προέρχονται από την εθνικιστική Δεξιά και στο παρελθόν συνεργάστηκαν στενά με τον Νετανιάχου, προτού συγκρουστούν μαζί του.
Η παρουσία τους αποκαλύπτει μια βασική ιδιαιτερότητα των εκλογών: η αντιπαράθεση δεν αφορά αποκλειστικά διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις, αλλά και την ίδια την πολιτική προσωπικότητα του πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, η ακροδεξιά πτέρυγα επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει την επιρροή της μέσα σε έναν ενδεχόμενο νέο κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον Νετανιάχου.
Ο Γισάι Φλάισερ, μέλος του κόμματος Otzma Yehudit («Εβραϊκή Δύναμη») του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, περιέγραψε τον πρωθυπουργό ως ένα καρότσι αγορών που έχει την τάση να κινείται προς τα αριστερά και, ως εκ τούτου, χρειάζεται να ωθείται προς τα δεξιά.
Οι θέσεις που υποστηρίζει περιλαμβάνουν την επέκταση των εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη και την ίδρυση οικισμών στη Γάζα, τη δημιουργία ενός «υπουργείου μετανάστευσης» που θα ενθαρρύνει την αποκαλούμενη «εθελοντική» αναχώρηση Παλαιστινίων, την επιβολή θανατικής ποινής, την αυστηρότερη μεταχείριση Παλαιστινίων κρατουμένων και την ευρύτερη διάθεση όπλων και πυρομαχικών σε Εβραίους Ισραηλινούς πολίτες.
Για αυτό το τμήμα της Δεξιάς, ο Μπεν-Γκβιρ αποτελεί μια ανερχόμενη πολιτική δύναμη, αλλά ο Νετανιάχου εξακολουθεί να παραμένει το κεντρικό πρόσωπο του χώρου.
Η προεκλογική στρατηγική και η αντιπαράθεση για τους Άραβες πολίτες
Ένα από τα βασικά όπλα του Νετανιάχου είναι η ικανότητά του να καθορίζει την ατζέντα της προεκλογικής εκστρατείας. Ακόμη και όταν βρίσκεται υπό πίεση, καταφέρνει να μεταφέρει τη συζήτηση σε πεδία όπου οι αντίπαλοί του αναγκάζονται να αμυνθούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προεκλογική αφίσα του, η οποία αντιπαραβάλλει το σύνθημα «Yamin», δηλαδή «Δεξιά», με το «Falastin», δηλαδή «Παλαιστίνη». Στη μία πλευρά εμφανίζεται ο ίδιος μαζί με την ισραηλινή σημαία, ενώ στην άλλη παρουσιάζονται ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν, δίπλα σε επικεφαλής κομμάτων που εκπροσωπούν Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ.
Το μήνυμα είναι σαφές: η ψήφος κατά του Νετανιάχου παρουσιάζεται ως ενδεχόμενη πολιτική συνεργασία με τα αραβικά κόμματα.
Το ζήτημα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία τις τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας, καθώς οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το αντινετανιαχικό στρατόπεδο ενδέχεται να συγκεντρώσει περισσότερες έδρες από τους υποστηρικτές του πρωθυπουργού, χωρίς όμως να εξασφαλίσει αυτοδύναμη πλειοψηφία στην Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το ενδεχόμενο κοινοβουλευτικής συνεργασίας με τα κυρίως αραβικά κόμματα, τα οποία ιστορικά δεν συμμετείχαν σε ισραηλινές κυβερνήσεις και συχνά δεν προσκαλούνταν σε αυτές, έχει μετατραπεί σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κλίματος διαδραματίζει και το Channel 14, ένας τηλεοπτικός σταθμός με έντονα φιλονετανιαχική γραμμή, ο οποίος στο δημοσίευμα περιγράφεται ως ένα μέσο που φιλοδοξεί να αποτελέσει το ισραηλινό αντίστοιχο του Fox News.
Η ένταση της αντιπαράθεσης αποτυπώθηκε και σε ένα πρόσφατο περιστατικό, όταν ο Γινόν Μάγκαλ, ένθερμος υποστηρικτής του Νετανιάχου και παρουσιαστής του Channel 14, χρησιμοποίησε μια χυδαία ρατσιστική προσβολή για να αναφερθεί στον Άιζενκοτ, συνδέοντας τη μαροκινή καταγωγή του με τον χαρακτηρισμό «μαϊμού».
Η προσβολή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εάν μια αντίστοιχη επίθεση είχε προέλθει από την Αριστερά εναντίον δεξιού πολιτικού, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να την αξιοποιήσει για να καταγγείλει τον ελιτισμό των Ασκενάζι, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος προέρχεται από προνομιούχο οικογένεια αυτής της κοινότητας.
Ο Άιζενκοτ, πάντως, επέλεξε να μην απαντήσει δημόσια στην προσβολή. Για τους υποστηρικτές του, η στάση αυτή αποτελεί ένδειξη αξιοπρέπειας και αυτοσυγκράτησης. Για τους επικριτές του, αντιθέτως, υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν έχει αντιληφθεί πλήρως τη σκληρότητα της πολιτικής αναμέτρησης στην οποία συμμετέχει.
Η 7η Οκτωβρίου και ο πόλεμος στη Γάζα βαραίνουν τον Νετανιάχου
Το σημαντικότερο ερώτημα για έναν εξωτερικό παρατηρητή είναι πώς ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες την πρωθυπουργία, παρά τις συνέπειες των πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών της κυβέρνησής του.
Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν άμαχοι στο μουσικό φεστιβάλ Nova και σε ισραηλινά κιμπούτς στον νότο της χώρας, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Ισραήλ, όπως επισημαίνει το δημοσίευμα.
Οι εικόνες και οι μνήμες εκείνης της ημέρας εξακολουθούν να είναι πανταχού παρούσες στην ισραηλινή κοινωνία. Αυτοκόλλητα με τα πρόσωπα των νεκρών βρίσκονται σε στάσεις λεωφορείων και σιδηροδρομικούς σταθμούς σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο Οντέντ Λεβί, ο οποίος είχε ψηφίσει τον Νετανιάχου το 2022, βρέθηκε στην προεκλογική συγκέντρωση του Άιζενκοτ και υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός πρέπει να αποχωρήσει από την εξουσία, καθώς όποιος ηγούνταν της χώρας εκείνη την περίοδο φέρει ευθύνη για όσα συνέβησαν.
Η κριτική, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αποτυχία αποτροπής της επίθεσης. Ο Νετανιάχου είχε υποσχεθεί ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε στην καταστροφή της Χαμάς, στόχος που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν επιτεύχθηκε. Παράλληλα, η στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, η οποία έχει προκαλέσει την καταστροφή μεγάλου μέρους της επικράτειας και τον θάνατο περισσότερων από 70.000 Παλαιστινίων, έχει επιβαρύνει δραματικά τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ.
Ο αριθμός αυτός παρατίθεται στο δημοσίευμα, το οποίο σημειώνει επίσης ότι, σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, περίπου το ένα τρίτο των νεκρών ήταν μαχητές της Χαμάς.
Παράλληλα, ο στόχος της εξάλειψης της πυρηνικής απειλής του Ιράν, τον οποίο είχε διακηρύξει ο Νετανιάχου, δεν έχει επιτευχθεί, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση.
Στα προβλήματα της κυβέρνησης προστίθεται η απόπειρα αποδυνάμωσης του Ανώτατου Δικαστηρίου πριν από την 7η Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των σχεδίων δικαστικών αλλαγών που οι επικριτές του πρωθυπουργού χαρακτήρισαν «δικαστικό πραξικόπημα». Οι κινήσεις αυτές είχαν προκαλέσει βαθύ κοινωνικό και πολιτικό διχασμό στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, το σκάνδαλο Qatargate, στο οποίο στενοί συνεργάτες του Νετανιάχου κατηγορήθηκαν ότι έλαβαν χρήματα από την Ντόχα με αντάλλαγμα την ενίσχυση της εικόνας του Κατάρ, καθώς και η συνεχιζόμενη δίκη του πρωθυπουργού για υποθέσεις διαφθοράς, έχουν ενισχύσει την αμφισβήτηση της πολιτικής του αξιοπιστίας.
Γιατί εξακολουθεί να έχει ισχυρή εκλογική βάση
Παρά τις σοβαρές αυτές προκλήσεις, ο Νετανιάχου διατηρεί μια ισχυρή και σταθερή εκλογική βάση, την οποία οικοδομεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες.
Η αφοσίωση των υποστηρικτών του παραμένει ισχυρή ακόμη και απέναντι σε αναφορές ότι είχε λάβει αξιόπιστες προειδοποιήσεις για πιθανή επίθεση της Χαμάς πριν από τις 7 Οκτωβρίου, χωρίς να λάβει τα αναγκαία μέτρα. Οι αναφορές αυτές αποτελούν μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσης για το ποιος φέρει την ευθύνη για την αποτυχία των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας.
Ο ίδιος και οι υποστηρικτές του έχουν προωθήσει μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία άλλοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής του στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών, ευθύνονται για την αποτυχία. Οι ισχυρισμοί ότι υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη πληροφοριών από τον πρωθυπουργό δεν τεκμηριώνονται στο δημοσίευμα και παρουσιάζονται ως μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η επικοινωνιακή στρατηγική του Νετανιάχου, σε συνδυασμό με την ικανότητά του να εκμεταλλεύεται τις εσωτερικές αντιθέσεις των αντιπάλων του, παραμένει ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματά του. Για πολλούς παρατηρητές, η εμπειρία του στους πολιτικούς ελιγμούς και στη διαμόρφωση κυβερνητικών συνασπισμών τον καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο, ακόμη και σε μια αναμέτρηση που εμφανίζεται αμφίρροπη.
Οι Ισραηλινοί του εξωτερικού επιστρέφουν για να ψηφίσουν
Απέναντι στην πιθανότητα μιας ακόμη νίκης του Νετανιάχου, ένα διαφορετικό κύμα κινητοποίησης καταγράφεται μεταξύ Ισραηλινών που ζουν στο εξωτερικό.
Πολλοί από αυτούς, κυρίως φιλελεύθεροι και κοσμικοί πολίτες, επιστρέφουν στη χώρα προκειμένου να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία και να στηρίξουν την απομάκρυνσή του από την εξουσία.
Ο αρθρογράφος περιγράφει την εμπειρία του σε πτήση γεμάτη με Ισραηλινούς που ταξίδευαν πίσω στην πατρίδα τους με σκοπό να ψηφίσουν. Πρόκειται για μια κατηγορία ψηφοφόρων που ενδέχεται να μην αποτυπώνεται επαρκώς στις δημοσκοπήσεις και η οποία, σε μια εκλογική μάχη με εξαιρετικά μικρές διαφορές, θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική.
Η αναμέτρηση ενδέχεται να κριθεί ακόμη και από μία από τις 120 έδρες της Κνεσέτ, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική κάθε πρόσθετη ψήφο.
Η κινητοποίηση αυτή συνδέεται και με την ευρύτερη επιθυμία ενός τμήματος της ισραηλινής κοινωνίας να αλλάξει πολιτική κατεύθυνση μετά από χρόνια συγκρούσεων, εσωτερικών αντιπαραθέσεων και αμφισβήτησης της κυβερνητικής ηγεσίας.
Η μνήμη του Γιτζάκ Ράμπιν και η αναζήτηση της ειρήνης
Ένα ακόμη συμβολικό γεγονός που αποτυπώνει τον διχασμό του Ισραήλ ήταν η κρατική τελετή στην Ιερουσαλήμ για την επέτειο της δολοφονίας του πρώην πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1995.
Ο Ράμπιν εξακολουθεί να συνδέεται με τις προσπάθειες επίτευξης ειρήνης με τους Παλαιστινίους. Η δολοφονία του, έπειτα από ειρηνευτική συγκέντρωση, αποτέλεσε σημείο καμπής στην πολιτική ιστορία της χώρας.
Η προσέλευση στην τελετή ήταν περιορισμένη, ενώ ο Νετανιάχου απουσίαζε και εκπροσωπήθηκε από έναν χαμηλόβαθμο υπουργό. Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη της μετατόπισης του Ισραήλ προς τα δεξιά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Ωστόσο, ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής του κόμματος των Δημοκρατικών, το οποίο αποτελεί πολιτικό διάδοχο του χώρου που συνδέεται με τον Ράμπιν, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές αλλαγής.
Ο Γκολάν, πρώην στρατηγός που υπηρέτησε μαζί με τον Άιζενκοτ, απέκτησε ιδιαίτερη αναγνώριση μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, όταν οδήγησε το αυτοκίνητό του προς τον νότο για να βοηθήσει στη διάσωση ανθρώπων.
Μιλώντας για τις εκλογές, υπογράμμισε ότι αντιμετωπίζει την πολιτική μάχη με την ίδια αποφασιστικότητα με την οποία αντιμετώπιζε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, δηλώνοντας πεπεισμένος ότι η αντιπολίτευση μπορεί να επικρατήσει.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι ηγέτες της αντιπολίτευσης μπορούν να συμφωνήσουν στις αρχές μιας περιφερειακής στρατηγικής διαδικασίας που θα αποσκοπεί στη μακροπρόθεσμη ασφάλεια. Αν και απέφυγε να χρησιμοποιήσει τον όρο «ειρηνευτική διαδικασία», το μήνυμά του παρέπεμπε σε μια διαφορετική προσέγγιση για το μέλλον της περιοχής.
Η λέξη «ειρήνη», πάντως, εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας. Για πολλούς, έχει συνδεθεί με την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα το 2005, την οποία ο Νετανιάχου και οι σύμμαχοί του παρουσιάζουν ως ένα από τα βήματα που, κατά την άποψή τους, οδήγησαν στις συνθήκες της 7ης Οκτωβρίου.
Κι όμως, το αίτημα για ειρήνη δεν έχει εξαφανιστεί.
Ένα βίντεο που έγινε viral κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εβδομάδας έδειχνε δεκάδες νεαρούς Ισραηλινούς σε μουσικό φεστιβάλ στην έρημο Νεγκέβ να χορεύουν και να τραγουδούν το «Shir LaShalom», δηλαδή «Τραγούδι για την Ειρήνη». Το τραγούδι είχε συνδεθεί με τις ειρηνευτικές προσπάθειες της δεκαετίας του 1990 και ήταν το τελευταίο που τραγούδησε ο Ράμπιν πριν δολοφονηθεί, πριν από 31 χρόνια.
Η εικόνα αυτή αποτέλεσε για ορισμένους ένα συμβολικό μήνυμα ότι, παρά τη στροφή προς τα δεξιά και τη βαθιά πόλωση, εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για διαφορετικές πολιτικές προοπτικές.
Θα τελειώσει η εποχή Νετανιάχου;
Οι εκλογές παραμένουν αμφίρροπες και ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πολιτικά πλεονεκτήματα. Η μακρά εμπειρία του, η ισχυρή εκλογική του βάση, η επιρροή του στα μέσα ενημέρωσης που τον υποστηρίζουν και η ικανότητά του να αξιοποιεί τις αντιθέσεις στο στρατόπεδο των αντιπάλων του συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο πολιτικό εμπόδιο για την αντιπολίτευση.
Από την άλλη πλευρά, η καταστροφή της 7ης Οκτωβρίου, οι συνέπειες του πολέμου στη Γάζα, η διεθνής απομόνωση που αντιμετωπίζει το Ισραήλ, οι δικαστικές και πολιτικές υποθέσεις που βαραίνουν την κυβέρνηση και η κινητοποίηση πολιτών που ζητούν αλλαγή δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.
Το βασικό πρόβλημα για τους αντιπάλους του Νετανιάχου είναι ότι η πιθανή εκλογική υπεροχή τους δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων, αλλά και η δυσκολία εξασφάλισης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, μπορεί να αποδειχθούν εξίσου καθοριστικές με το εκλογικό αποτέλεσμα.
Παρά τις δυσκολίες, οι εικόνες των Ισραηλινών που επιστρέφουν από το εξωτερικό για να ψηφίσουν και των νέων που τραγουδούν για την ειρήνη δείχνουν ότι ένα τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να πιστεύει πως η πολιτική αλλαγή είναι εφικτή.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ο Νετανιάχου θα καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία. Είναι και αν η αντιπολίτευση θα μπορέσει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε μια βιώσιμη κυβερνητική εναλλακτική.
Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, η πιθανότητα να κλείσει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ισραηλινής πολιτικής ιστορίας μοιάζει να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της συζήτησης. Ωστόσο, μέχρι να καταμετρηθούν οι ψήφοι και να ξεκαθαρίσουν οι συσχετισμοί στην Κνεσέτ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παραμένει ένας αντίπαλος που κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει.


































