Δημόσιες ακροάσεις σχετικά με τις επαφές πολιτικών και διπλωματών με τον διαβόητο καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν ξεκίνησε την Τετάρτη (30/0) το κοινοβούλιο της Νορβηγίας, σε ένα σκάνδαλο που έχει προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στην πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας.
Τον Ιανουάριο, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έδωσε στη δημοσιότητα εκατομμύρια έγγραφα που σχετίζονται με τον Έπσταϊν, αποκαλύπτοντας τις διασυνδέσεις του με πολιτικούς, μέλη βασιλικών οικογενειών και άτομα από τον χώρο των επιχειρήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Νορβηγία έχει αναφερθεί ουκ ολίγες φορές στα έγγραφα, ενώ μάλιστα είχε δημιουργηθεί σκάνδαλο στη βασιλική οικογένεια της χώρας, καθώς η τότε πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ είχε κατηγορηθεί για διασυνδέσεις με τον καταδικασμένο χρηματιστή. Η ίδια είχε δηλώσει πως είχε πέσει θύμα απάτης.
«Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει τι κάνει για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στη διπλωματική υπηρεσία», δήλωσε ο Γιόνας Άντερσεν Σάγεντ, επικεφαλής της ακρόασης στην Επιτροπή Ελέγχου και Συνταγματικών Υποθέσεων του κοινοβουλίου.
Η επιτροπή έχει καλέσει για κατάθεση 11 νυν και πρώην υπουργούς Εξωτερικών και υπουργούς αρμόδιους για την αναπτυξιακή βοήθεια, μεταξύ των οποίων και τον πρωθυπουργό Γιόνας Γκαρ Στέρε, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών από το 2005 έως το 2012.
Ο Στέρε επανέλαβε ότι δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον Έπσταϊν και υποστήριξε ότι τα προβλήματα αφορούν μεμονωμένα πρόσωπα και όχι ένα συστημικό πρόβλημα στο υπουργείο Εξωτερικών. Όπως είπε, τα ζητήματα που εντοπίστηκαν είτε έχουν ήδη αντιμετωπιστεί είτε βρίσκονται σε διαδικασία αντιμετώπισης, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, την επικαιροποίηση των κανόνων για τις συγκρούσεις συμφερόντων όσων λαμβάνουν αποφάσεις.
«Οι επικαιροποιημένοι και ολοκληρωμένοι κανόνες είναι απαραίτητοι, όμως ακόμη και το καλύτερο σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει πλήρη εγγύηση ότι δεν θα γίνουν λάθη, είτε σκόπιμα είτε ακούσια», δήλωσε ο Στέρε. «Κανένα σύστημα που περιλαμβάνει ανθρώπους δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει κατάχρηση εμπιστοσύνης».
Ο Στέρε πρόσθεσε ότι, σύμφωνα με όσα γνώριζε, ο Έπσταϊν δεν είχε ασκήσει καμία επιρροή στην εξωτερική πολιτική της Νορβηγίας, στην πολιτική αναπτυξιακής βοήθειας «ή σε οποιαδήποτε άλλη απόφαση που είχαμε λάβει».
Προστασία της «διπλωματίας για την ειρήνη»
Ο Μπέργκε Μπρέντε, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας, ο οποίος επίσης αναμένεται να καταθέσει, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ μετά τις αποκαλύψεις για τις φιλικές σχέσεις του με τον Έπσταϊν.
Ο Μπρέντε έχει δηλώσει ότι δεν γνώριζε το παρελθόν και την εγκληματική δράση του Έπσταϊν όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά, το 2018.
Ο Έρικ Σόλχαϊμ, πρώην υπουργός Διεθνούς Ανάπτυξης, εξέφρασε την υποστήριξή του στην έρευνα, προειδοποίησε όμως ότι δεν θα πρέπει να σταλεί το μήνυμα στους διπλωμάτες πως πρέπει να αποφεύγουν τα ρίσκα στο μέλλον, ιδιαίτερα όταν συνομιλούν με πλευρές που εμπλέκονται σε πολέμους. «Πρέπει να προστατεύσουμε τη διπλωματία για την ειρήνη και να την ενισχύσουμε», δήλωσε ο Σόλχαϊμ στην επιτροπή.
Παρότι δεν θα εμφανιστούν ενώπιον του κοινοβουλίου, αρκετοί ακόμη επιφανείς Νορβηγοί που είχαν σχέσεις με τον Έπσταϊν, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρωθυπουργός Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ, ο πρώην υπουργός Τέρτζε Ρεντ-Λάρσεν και η πρώην διπλωμάτης Μόνα Γιουλ, βρίσκονται υπό αστυνομική έρευνα για καταγγελίες περί διαφθοράς.
Και οι τρεις έχουν αρνηθεί οποιαδήποτε παράνομη πράξη.
Ο Ρεντ-Λάρσεν έχει ζητήσει συγγνώμη για τη στενή σχέση του με τον Έπσταϊν, η οποία περιλάμβανε και προσωπικό δάνειο από τον χρηματιστή. Το 2020 παραιτήθηκε από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου του International Peace Institute, μιας δεξαμενής σκέψης με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική διαδικασία, το κοινοβούλιο έχει διορίσει ανεξάρτητη επιτροπή αποτελούμενη από ακαδημαϊκούς και νομικούς εμπειρογνώμονες, προκειμένου να εξετάσει «τα ζητήματα και τις υποθέσεις που ήρθαν στο φως» από τα αρχεία.
Στόχος της επιτροπής είναι να προτείνει τρόπους για τη βελτίωση της ακεραιότητας και της διαφάνειας των νορβηγικών αρχών. Η σπάνια αυτή ερευνητική διαδικασία, η οποία καλύπτει περισσότερα από 30 χρόνια νορβηγικής διπλωματικής ιστορίας, αναμένεται να ολοκληρώσει το έργο της και να παραδώσει τα πορίσματά της στις αρχές του 2028.
Με πληροφορίες του Reuters





























