Η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί αθόρυβα σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ευρώπης, καθώς βρίσκεται πίσω από πολλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ: από τη δυσκολία μετακίνησης του εργατικού δυναμικού έως τη δυσαρέσκεια των πολιτών που τροφοδοτεί τον λαϊκισμό.
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί. Από το 2013, οι τιμές των κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αυξηθεί πάνω από 60%, ενώ οι τιμές των μέσων ενοικίων σημειώνουν άνοδο κατά περίπου 20%, με την κατάσταση στις πόλεις να είναι ανεξέλεγκτη.
Η κοινωνική κατοικία αντιστοιχεί μόλις στο 6%-7% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος, περίπου μία στις πέντε κατοικίες παραμένει κενή και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις αυξήθηκαν κατά 93% την περίοδο 2018 - 2024.
Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Προσιτή Στέγαση. Για πρώτη φορά η στέγαση αντιμετωπίζεται ως ευρωπαϊκό και όχι ως εθνικό πρόβλημα. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ προσπαθεί να επιλύσει ένα ζήτημα με μέσα που δεν ελέγχει πλήρως.
Το σχέδιο για Προσιτή Στέγαση
Το σχέδιο βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες και δέκα δράσεις που καλύπτουν τομείς όπως επενδύσεις, ρυθμίσεις της αγοράς, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα κοινωνικής προστασίας.
Ο πρώτος πυλώνας στοχεύει στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών και στην κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων. Ο δεύτερος επικεντρώνεται στις πιέσεις της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της έκρηξης των βραχυπρόθεσμων ενοικιάσεων που έχει υπονομεύσει τη στέγαση στις τουριστικές πόλεις. Ο τρίτος πιέζει τα κράτη μέλη να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ο τέταρτος εστιάζει σε όσους έχουν πληγεί περισσότερο από τη στεγαστική κρίση.
Εντός του 2026 αναμένεται να ψηφιστεί ένας νόμος για την προσιτή στέγαση, παράλληλα με την πρώτη στην ιστορία σύνοδο κορυφής αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων αφιερωμένη στη στέγαση.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για τη Στέγαση, με στόχο να συνδέσει πόλεις, περιφέρειες και εθνικές κυβερνήσεις με κοινούς στόχους.
Τα εμπόδια
Οι ανάγκες, ωστόσο, είναι τεράστιες: για να καλυφθεί η ζήτηση θα πρέπει να κατασκευάζονται περισσότερες από δύο εκατομμύρια κατοικίες ετησίως, δηλαδή περίπου 650.000 περισσότερες από όσες κατασκευάζονται σήμερα, με εκτιμώμενο κόστος κοντά στα 153 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Η στρατηγική λογική του σχεδίου είναι ορθή. Η έλλειψη κατοικιών δεν σταματά στα σύνορα. Στρεβλώνει την ενιαία αγορά, καθώς οι τιμές αποκλείουν εργαζόμενους από πόλεις όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, περιορίζοντας έτσι την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού από την οποία εξαρτάται η Ένωση. Η αντιμετώπιση της οικονομικής προσιτότητας ως κοινού προβλήματος και η διοχέτευση κονδυλίων και κανόνων της ΕΕ προς αυτή την κατεύθυνση θα δώσουν ώθηση στις μεταρρυθμίσεις που οι εθνικές κυβερνήσεις διστάζουν να υλοποιήσουν μόνες τους.
Σημαντικός είναι και ο συντονιστικός ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η ΕΕ. Μια σύνοδος κορυφής και μια ευρωπαϊκή συμμαχία μπορούν να θέσουν στόχους, να αναδείξουν καλές πρακτικές και να καταστήσουν εμφανείς τις καθυστερήσεις ορισμένων χωρών.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία του σχεδίου. Η στεγαστική πολιτική είναι ένας από τους τομείς όπου οι επίσημες αρμοδιότητες της ΕΕ είναι εξαιρετικά περιορισμένες.
Οι αποφάσεις που καθορίζουν αν και πού θα κατασκευαστούν νέες κατοικίες λαμβάνονται από εθνικές, περιφερειακές και δημοτικές αρχές: πολεοδομικός σχεδιασμός, οικοδομικές άδειες,ρύθμιση των ενοικίων, κατασκευαστικά πρότυπα και δημόσιες δαπάνες για κοινωνική κατοικία. Οι Βρυξέλλες μπορούν να προσφέρουν χρηματοδότηση, να συντονίζουν και να ρυθμίζουν ορισμένες πτυχές, όπως σχεδιάζουν να κάνουν με τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις, αλλά δεν μπορούν να υποχρεώσουν μια πόλη να αλλάξει τη χρήση γης ή ένα κράτος μέλος να μεταρρυθμίσει τον πολεοδομικό του πλαίσιο.
Επομένως, η εξάρτηση του σχεδίου από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο κρατών μελών είναι το σημαντικότερο και το πιο ευάλωτο στοιχείο του, καθώς προϋποθέτει την πολιτική βούληση που μέχρι σήμερα συχνά απουσιάζει.
Το «αγκάθι» της χρηματοδότησης
Το χρηματοδοτικό κενό ενισχύει τις αμφιβολίες. Ένα ετήσιο έλλειμμα που υπολογίζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από ευρωπαϊκά προγράμματα. Απαιτούνται μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις και διαρκής χρηματοδότηση από τα κράτη-μέλη, κάτι που το σχέδιο της ΕΕ δεν μπορεί να εγγυηθεί. Υπάρχει, επομένως, ο κίνδυνος η σύνοδος κορυφής και η νέα συμμαχία να αρκεστούν σε δηλώσεις, στόχους και... πίνακες παρακολούθησης της προόδου, ενώ ο ρυθμός κατασκευής νέων κατοικιών θα παραμένει σχεδόν αμετάβλητος. Η Επιτροπή θα εμφανίζεται ως ηγέτιδα δύναμη απέναντι σε έναν στόχο που δεν μπορεί να πετύχει.
Το σχέδιο δεν πρέπει να κριθεί από τις διακηρύξεις του αλλά από το κατά πόσο θα αλλάξει τα κίνητρα. Αν τα ευρωπαϊκά κονδύλια συνδεθούν με ουσιαστικές πολεοδομικές μεταρρυθμίσεις, αν οι νέοι κανόνες για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις δώσουν στις πόλεις εργαλεία που σήμερα δεν διαθέτουν και αν η Ευρωπαϊκή Συμμαχία δημιουργήσει πολιτική πίεση που οι δήμαρχοι και οι κυβερνήσεις δεν θα μπορούν εύκολα να αγνοήσουν, τότε ο συντονιστικός ρόλος της ΕΕ μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερος από ό,τι υποδηλώνουν οι περιορισμένες αρμοδιότητές της. Αν όχι, το σχέδιο για τη στέγαση θα προστεθεί στη μακρά λίστα ευρωπαϊκών στρατηγικών που διέγνωσαν σωστά μια κρίση αλλά περίμεναν μάταια από τα κράτη-μέλη να αναλάβουν δράση.
Η κρίση είναι υπαρκτή, η διάγνωση σωστή και η επιτυχία θα κριθεί αποκλειστικά από το κατά πόσο θα υπάρξει ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων.
Με πληροφορίες από theeuropeanpost.eu
































