Στις 18 Φεβρουαρίου, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, ζύγιζε το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιθέσεων στο Ιράν, ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, έλεγε πως ο επερχόμενος πόλεμος δεν θα διαταράξει τις προμήθειες πετρελαίου στη Μέση Ανατολή και δεν θα προκαλέσει αναταραχή στις αγορές ενέργειας.
Ο Ράιτ, επιχειρηματολογώντας τόνισε ότι στον πόλεμο των 12 ημερών κατά του Ιράν τον Ιούνιο, υπήρχε μικρή διαταραχή στις αγορές. «Οι τιμές του πετρελαίου ανέβηκαν λίγο και μετά επέστρεψαν πάλι χαμηλότερα», είχε πει. Ορισμένοι σύμβουλοι του Τραμπ μοιράζονταν παρόμοιες απόψεις σε ιδιωτικές συζητήσεις, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις ότι - για δεύτερη φορά - το Ιράν θα μπορούσε να διεξαγάγει οικονομικό πόλεμο κλείνοντας τις θαλάσσιες οδούς που μεταφέρουν περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Το μέγεθος αυτής της λανθασμένης εκτίμησης αποκαλύφθηκε τις τελευταίες ημέρες, καθώς το Ιράν απείλησε να επιτεθεί σε δεξαμενόπλοια που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνούν όλα τα πλοία για να βγουν από τον Περσικό Κόλπο, τονίζουν οι New York Times. Σε απάντηση στις ιρανικές απειλές, η εμπορική ναυτιλία στον Κόλπο «πάγωσε», οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύτηκαν και η κυβέρνηση Τραμπ έσπευσε να βρει τρόπους να μετριάσει μια οικονομική κρίση που προκάλεσε αύξηση των τιμών βενζίνης για τους Αμερικανούς.
Οι αμερικανικές εκτιμήσεις αποκαλύπτουν πόσο ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του υποτίμησαν την αντίδραση του Ιράν σε μια σύγκρουση που η κυβέρνηση της Τεχεράνης θεωρεί ύψιστη απειλή για την ίδια την ύπαρξή της. Το Ιράν αντέδρασε πολύ πιο επιθετικά από ό,τι κατά τον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου, εκτοξεύοντας ρουκέτες και drones εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, πόλεων σε αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής και αστικών κέντρων στο Ισραήλ.
Οι αμερικανικές αρχές αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τα σχέδια σε πραγματικό χρόνο, από την ταχεία εκκένωση πρεσβειών έως την ανάπτυξη πολιτικών προτάσεων για τη μείωση των τιμών βενζίνης.
Μετά από ενημέρωση σε κλειστή συνεδρίαση προς τους νομοθέτες την Τρίτη, ο γερουσιαστής Κρίστοφερ Σκοτ Μέρφι, Δημοκρατικός από το Κονέκτικατ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν είχε σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ και «δεν ξέρει πώς να τα ανοίξει με ασφάλεια».
Εντός της κυβέρνησης, ορισμένοι αξιωματούχοι είναι απαισιόδοξοι σχετικά με την έλλειψη σαφούς στρατηγικής για την ολοκλήρωση του πολέμου. Ωστόσο, φροντίζουν να μην εκφράζουν της δυσαρέσκειά τους απευθείας στον πρόεδρο, ο οποίος επιμένει ότι η στρατιωτική επιχείρηση είναι επιτυχημένη.
Ο Τραμπ έχει θέσει υπερβολικούς στόχους, όπως η απαίτηση να ορίσει το Ιράν έναν ηγέτη που θα... υποταχθεί στον ίδιο, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, μιλούν για πιο ρεαλιστικούς στόχους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολίν Λέβιτ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση «είχε ένα ισχυρό σχέδιο δράσης» πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και διαβεβαίωσε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μειωθούν μετά τη λήξη του.
«Η σκόπιμη διαταραχή στην αγορά πετρελαίου από το ιρανικό καθεστώς είναι βραχυπρόθεσμη και αναγκαία για το μακροπρόθεσμο όφελος από την εξάλειψη αυτών των τρομοκρατών που αποτελούν απειλή για την Αμερική και τον κόσμο», ανέφερε.
Το δημοσίευμα των New York Times βασίζεται σε συνεντεύξεις με 12 Αμερικανούς αξιωματούχους, οι οποίοι ζήτησαν ανωνυμία.
«Δείξτε λίγη τόλμη»
Ο Πιτ Χέγκσεθ παραδέχτηκε την Τρίτη ότι η σφοδρή αντίδραση του Ιράν κατά των γειτόνων του αιφνιδίασε το Πεντάγωνο, σε κάποιο βαθμό. Ωστόσο, επέμεινε ότι οι ενέργειες του Ιράν επέφεραν αντίθετα αποτελέσματα.
«Δεν μπορώ να πω ότι προβλέψαμε ότι θα αντιδρούσαν ακριβώς έτσι, αλλά γνωρίζαμε ότι ήταν πιθανό», δήλωσε ο Χέγκσεθ σε συνέντευξη Τύπου στο Πεντάγωνο. «Πιστεύω ότι ήταν επίδειξη της απελπισίας του καθεστώτος».
Ο Τραμπ δείχνει απογοητευμένος για το πώς ο πόλεμος διαταράσσει την προμήθεια πετρελαίου, λέγοντας στο Fox News ότι τα πληρώματα δεξαμενόπλοιων πρέπει να «δείξουν λίγη τόλμη» και να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ.
Ορισμένοι στρατιωτικοί σύμβουλοι είχαν προειδοποιήσει πριν τον πόλεμο ότι το Ιράν μπορεί να απαντούσε αποφασιστικά καθώς θα θεωρούσε την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση απειλή για την ύπαρξή του. Ωστόσο, άλλοι σύμβουλοι ήταν βέβαιοι η εξόντωση Χαμενεΐ θα οδηγούσε σε πιο πραγματιστικούς ηγέτες που θα τερμάτιζαν τον πόλεμο.
Όταν ο Τραμπ ενημερώθηκε για τον κίνδυνο ανόδου των τιμών του πετρελαίου σε περίπτωση πολέμου, αναγνώρισε την πιθανότητα αλλά την υποβάθμισε ως βραχυπρόθεσμο ζήτημα που δεν έπρεπε να επισκιάσει την αποστολή «αποκεφαλισμού» του ιρανικού καθεστώτος. Οδήγησε τον Ράιτ και τον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, να αναπτύξουν επιλογές για πιθανή αύξηση των τιμών.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε δημόσια για αυτές τις επιλογές - συμπεριλαμβανομένης της ασφάλισης πολιτικού κινδύνου και της συνοδείας δεξαμενόπλοιων από το Ναυτικό των ΗΠΑ στα Στενά του Ορμούζ - 48 ώρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Οι συνοδείες δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη.
Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ προκάλεσε αναταραχή στις αγορές την Τρίτη όταν δημοσίευσε στα κοινωνικά δίκτυα ότι το αμερικανικό Ναυτικό συνόδευσε με επιτυχία δεξαμενόπλοιο μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η ανάρτησή του ανέβασε τις μετοχές και καθησύχασε τις αγορές πετρελαίου. Στη συνέχεια, όταν διέγραψε την ανάρτηση αφού οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης δήλωσαν ότι καμία συνοδεία δεν είχε πραγματοποιηθεί, οι αγορές ξαναμπήκαν σε φάση αναταραχής.
Οι προσπάθειες επανέναρξης των αποστολών πετρελαίου περιπλέχθηκαν καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι το Ιράν ετοιμαζόταν να τοποθετήσει νάρκες στα Στενά, δήλωσε ένας Αμερικανός αξιωματούχος. Η ιρανική επιχείρηση βρισκόταν ακόμη στα πρώτα στάδια, αλλά οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ανησύχησαν την κυβέρνηση Τραμπ. Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε το βράδυ της Τρίτης ότι δυνάμεις του επιτέθηκαν σε 16 ιρανικά πλοία που τοποθετούσαν νάρκες κοντά στα Στενά.
Καθώς η σύγκρουση αναταράσσει τις παγκόσμιες αγορές, οι Ρεπουμπλικάνοι στην Ουάσιγκτον ανησυχούν ότι οι αυξανόμενες τιμές πετρελαίου θα επηρεάσουν αρνητικά τις προσπάθειές τους να προωθήσουν την οικονομική τους ατζέντα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Τραμπ, δημόσια και ιδιωτικά, υποστηρίζει ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των κραδασμών από τον πόλεμο με το Ιράν. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την Τρίτη νέο διυλιστήριο στο Τέξας, που σύμφωνα με αξιωματούχους θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά πετρελαίου.
Η αυτοπεποίθηση των αξιωματούχων του Λευκού Οίκου ότι οι θαλάσσιες οδοί θα παραμείνουν ανοικτές είναι εκπληκτική, δεδομένου ότι ο Τραμπ είχε εγκρίνει στρατιωτική εκστρατεία πέρυσι κατά των Χούθι, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει πυραύλους και drones για να φέρουν το ναυτιλιακό εμπόριο στην Ερυθρά Θάλασσα σχεδόν σε ακινησία.
Σε ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα τον περασμένο Μάρτιο, ανακοινώνοντας ότι είχε εξουσιοδοτήσει στρατιωτικές επιθέσεις κατά των Χούθι, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι επιθέσεις είχαν κοστίσει δισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια οικονομία και πως «κανένας τρομοκρατικός οργανισμός δεν θα σταματήσει τα αμερικανικά εμπορικά και ναυτικά πλοία από το να πλέουν ελεύθερα στους υδάτινους διαδρόμους του κόσμου».
Ωστόσο, από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο Τραμπ δεν έχει στείλει ένα συνεπές μήνυμα. Ιδιωτικά, οι συνεργάτες του εκφράζουν απογοήτευση λόγω της έλλειψης πειθαρχίας του στην επικοινωνία των στόχων της στρατιωτικής εκστρατείας στο κοινό.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάνω από έναν μήνα και ότι είναι «πολύ πλήρης, σχεδόν ολοκληρωμένος». Επίσης, είπε ότι οι ΗΠΑ θα «προχωρήσουν πιο αποφασιστικά από ποτέ».
Ψάχνοντας την έξοδο...
Η αναζήτηση τρόπων εξόδου από τον πόλεμο έχει αποκτήσει επείγοντα χαρακτήρα από το Σαββατοκύριακο, καθώς οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου αυξάνονται και οι ΗΠΑ καταναλώνουν δαπανηρά πυρομαχικά. Αξιωματούχοι του Πενταγώνου ανέφεραν ότι ο στρατός χρησιμοποίησε πυρομαχικά αξίας 5,6 δισ. δολαρίων μόνο τις πρώτες δύο ημέρες του πολέμου.
Ιρανικοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι θα χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου για να αναγκάσουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να υποχωρήσουν.
«Τα Στενά του Ορμούζ θα είναι είτε ειρήνης και ευημερίας για όλους είτε ήττας και οδύνης για τους πολεμοκάπηλου », δήλωσε ο Αλί Λαριτζανί, επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν.
Με πληροφορίες από NYT






























