Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξήσει θεαματικά τις εισαγωγές ενέργειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 2022, μετά τη διακοπή των ενεργειακών δεσμών με τη Ρωσία λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με ανάλυση του ευρωπαϊκού οικονομικού think tank Bruegel, οι ΗΠΑ καλύπτουν πλέον περίπου το ένα πέμπτο των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου – κυρίως υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – καθώς και σημαντικό μέρος των εισαγωγών αργού πετρελαίου, άνθρακα και ουρανίου. Η αξία αυτών των εισαγωγών έφθασε τα 70 δισ. ευρώ το 2024.
Η ενίσχυση των ενεργειακών δεσμών με την Ουάσιγκτον εγείρει το ερώτημα εάν η Ευρώπη αντικατέστησε την εξάρτησή της από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα με μια νέα εξάρτηση από έναν διαφορετικό προμηθευτή. Η αμερικανική στρατηγική εθνικής ασφάλειας υπογραμμίζει την επιδίωξη «αποκατάστασης της αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας», παρουσιάζοντας τις εξαγωγές ενέργειας όχι μόνο ως εμπορική δραστηριότητα αλλά και ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής και ενίσχυσης των συμμαχιών. Ως ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως και κορυφαίος εξαγωγέας LNG, οι ΗΠΑ έχουν πλέον αυξημένη σημασία για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Bruegel, η αμερικανική θέση δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη πολιτική επιρροή με αυτή που ασκούσε η Ρωσία στο παρελθόν. Η εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ παραμένει μικρότερη από την εξάρτηση που είχε από τη Ρωσία το 2021, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση δεν ελέγχει άμεσα τις εξαγωγές ενέργειας, καθώς αυτές πραγματοποιούνται κυρίως από ιδιωτικές εταιρείες. Επιπλέον, οι ενεργειακές ροές από τις ΗΠΑ μεταφέρονται δια θαλάσσης, γεγονός που καθιστά πιο εύκολη την αλλαγή προμηθευτών σε σχέση με τους αγωγούς φυσικού αερίου που συνέδεαν την Ευρώπη με τη Ρωσία.
Παρά τη διαφοροποίηση των προμηθειών, η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι ευάλωτη σε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Διαταραχές σε μεγάλες περιοχές παραγωγής, σε θαλάσσιες διαδρομές ή σε ενεργειακές υποδομές μπορούν να οδηγήσουν σε άνοδο των τιμών και έντονο ανταγωνισμό για προμήθειες, όπως έδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα του Μαρτίου 2026 με το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και τις ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η μεγαλύτερη μετατόπιση της Ευρώπης προς τις ΗΠΑ καταγράφεται στο φυσικό αέριο. Το 2021 η Ρωσία προμήθευε περίπου τα δύο πέμπτα του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου. Σήμερα, το αμερικανικό LNG καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της ευρωπαϊκής κατανάλωσης και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή μετά τη Νορβηγία. Η ανάπτυξη νέων τερματικών σταθμών LNG αύξησε σημαντικά τη δυνατότητα εισαγωγών της ΕΕ, επιτρέποντας την πρόσβαση σε περισσότερους προμηθευτές και μειώνοντας την εξάρτηση από έναν μόνο εξαγωγέα.
Στην αγορά πετρελαίου, οι ΗΠΑ και η Νορβηγία καλύπτουν σήμερα περίπου το ένα όγδοο των εισαγωγών αργού της ΕΕ, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό το ρωσικό πετρέλαιο που πριν το 2022 αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο των εισαγωγών. Η Ευρώπη παραμένει καθαρός εισαγωγέας ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών, με τις ΗΠΑ να αποτελούν τον μεγαλύτερο εξωτερικό προμηθευτή πετρελαϊκών προϊόντων.
Στον άνθρακα, οι ευρωπαϊκές αγορές στράφηκαν κυρίως στις ΗΠΑ και την Αυστραλία μετά την απαγόρευση των ρωσικών εισαγωγών. Αν και ο άνθρακας εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή και στη βιομηχανία, το μερίδιό του στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα έχει μειωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία.
Στον πυρηνικό τομέα, η εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ είναι περιορισμένη. Οι αμερικανικές προμήθειες αντιστοιχούν περίπου στο 10% των εισαγωγών ουρανίου, ενώ η Ευρώπη διαθέτει αποθέματα που καλύπτουν αρκετούς κύκλους ανεφοδιασμού, μειώνοντας τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους.
Παρά τη διαφοροποίηση των πηγών, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης εξαρτάται ακόμη από τις διεθνείς αγορές. Για τον λόγο αυτό, το Bruegel προτείνει δύο βασικές κατευθύνσεις πολιτικής: τη μείωση της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της αποθήκευσης ενέργειας. Η χαμηλότερη κατανάλωση φυσικού αερίου και πετρελαίου θα περιορίσει την έκθεση της ΕΕ σε διακυμάνσεις τιμών, ενώ η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων φυσικού αερίου – αντίστοιχων με τα αποθέματα πετρελαίου – θα μπορούσε να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της Ένωσης σε μελλοντικές ενεργειακές κρίσεις.































