Το Πακιστάν βομβάρδισε την Παρασκευή την Καμπούλ και δύο ακόμη επαρχίες, με τον υπουργό Άμυνας Χαουάτζα Ασίφ να κυρήσσει «ανοικτό πόλεμο» στη de facto κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, αφού οι δυο γειτονικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας αντάλλαξαν νωρίτερα διασυνοριακά πλήγματα.
Σύμφωνα με πακιστανικά ΜΜΕ, το Ισλαμαμπάντ έχει σκοτώσει τουλάχιστον 133 Ταλιμπάν σε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση αντιποίνων, που ονομάστηκε επίσημα «Επιχείρηση Ghazab lil Haq» («Οργή για την Αλήθεια»).
Πακιστανοί αξιωματούχοι έκαναν λόγο για πολλαπλά κύματα αεροπορικών και χερσαίων πληγμάτων ακριβείας με στόχο στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ταλιμπάν στην Καμπούλ, την Κανταχάρ και την Πακτίκα, ενώ αναλυτές σημειώνουν πως για πρώτη φορά στοχοποιείται το ίδιο το αφγανικό καθεστώς.
Από την πλευρά του ο Ζαμπιουλάχ Μουτζαχίντ, εκπρόσωπος της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, δήλωσε στο BBC ότι οι αφγανικές δυνάμεις κατέστρεψαν 19 πακιστανικά συνοριακά φυλάκια και συνέλαβαν έναν αριθμό Πακιστανών στρατιωτών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι περισσότεροι από 50 Πακιστανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί.
Όπως και σε προηγούμενους γύρους εχθροπραξιών μεταξύ πακιστανικών και αφγανικών δυνάμεων, κάθε πλευρά κατηγορεί την άλλη ότι επιτέθηκε πρώτη, ενώ και οι δύο ισχυρίζονται ότι προκάλεσαν βαριές απώλειες στην αντίπαλη πλευρά.
Οι πακιστανικές αρχές δήλωσαν την Παρασκευή ότι εξαπέλυσαν «αντεπιθέσεις» σε πόλεις, συμπεριλαμβανομένων της Καμπούλ και της Κανταχάρ, σε απάντηση σε «απρόκλητες αφγανικές επιθέσεις». Οι Αφγανοί Ταλιμπάν πάλι δήλωσαν ότι ξεκίνησαν την «μεγάλης κλίμακας» επιχείρηση ως απάντηση στα πλήγματα που δέχθηκαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, τα οποία, όπως υποστήριξαν, άφησαν πίσω 18 νεκρούς.
Οι «περίπλοκες» σχέσεις Πακιστάν - Αφγανιστάν
Παρά τους στενούς οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς που μοιράζονται, οι δυο χώρες ενεπλάκησαν πέρυσι στην πιο αιματηρή σύγκρουσή τους εδώ και χρόνια.
Όταν οι Αφγανοί Ταλιμπάν εκδιώχθηκαν από την εξουσία το 2001 - με επέμβαση του ΝΑΤΟ - το Πακιστάν έγινε ένας από τους βασικούς υποστηρικτές τους. Οι Αφγανοί μαχητές πέρασαν τα σύνορα, όπου και βρήκαν καταφύγιο και υποστήριξη για τη μετέπειτα εξέγερσή τους κατά της κυβέρνησης που υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ.
Μετά την τελική νίκη σε εκείνον τον πόλεμο, την χαοτική αποχώρηση των Αμερικανών και την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, το Πακιστάν είναι πλέον αντιμέτωπο με έξαρση ισλαμιστικής βίας.
Το Ισλαμαμπάντ επιρρίπτει μεγάλο μέρος αυτής της βίας στους Πακιστανούς Ταλιμπάν μαχητές (TTP) - κατηγορώντας την Καμπούλ ότι τους παρέχει καταφύγιο στο έδαφός της, ενώ οι περισσότερες επιθέσεις πραγματοποιούνται με αμερικανικά όπλα που εγκαταλείφθηκαν από τους Αμερικανούς.
Το Πακιστάν έχει εξαπολύσει στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του TTP στο δικό του έδαφος με περιορισμένη επιτυχία, αν και μια επιχείρηση που ολοκληρώθηκε το 2016 μείωσε δραστικά τις επιθέσεις μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Είναι χαρακτηριστικό πως περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών και αμάχων, σκοτώθηκαν σε επιθέσεις μαχητών σε ολόκληρη τη χώρα το 2025, σύμφωνα με στοιχεία που μοιράστηκε με το CNN ο πακιστανικός στρατός. Ο αριθμός αυτός είναι διπλάσιος από εκείνον που καταγράφηκε το 2021, όταν οι ΗΠΑ αποχώρησαν από την Καμπούλ και οι Αφγανοί Ταλιμπάν επέστρεψαν στην εξουσία.
Το crash test των δύο στρατών
Αναλυτές δηλώνουν στο BBC Urdu ότι θα ήταν απίθανο οι Ταλιμπάν να εμπλακούν σε έναν συμβατικό πόλεμο με το Πακιστάν, καθώς υπάρχει σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δύο στρατών.
Ο στρατός παραμένει το ισχυρότερο θεσμικό όργανο στο Πακιστάν, έχοντας εδραιώσει την κυριαρχία του καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της χώρας μέσω πραξικοπημάτων και συνταγματικών τροποποιήσεων.
Οι πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις κατατάσσονται σταθερά στις 15 ισχυρότερες παγκοσμίως ως προς τη στρατιωτική ισχύ, ενώ διαθέτουν και πυρηνικό οπλοστάσιο.
Ως πυρηνική δύναμη, το Πακιστάν διαθέτει έναν εξελιγμένο αμυντικό μηχανισμό που περιλαμβάνει στρατό ξηράς, ναυτικό, αεροπορία και σώμα πεζοναυτών. Σύμφωνα με το IISS, οι κλάδοι αυτοί αριθμούν περίπου 660.000 εν ενεργεία στρατιώτες, ενισχυμένους από παραστρατιωτικές και αστυνομικές μονάδες που αριθμούν σχεδόν 300.000 άτομα.
Η συμβατική τους ισχύς ενισχύεται από ένα σύγχρονο οπλοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων μαχητικών αεροσκαφών F-16 αμερικανικής κατασκευής, γαλλικών Mirage και του JF-17, που παράγεται από κοινού με την Κίνα, τον κύριο αμυντικό εταίρο του Ισλαμαμπάντ.
Τα όπλα που κατέχει ο στρατός των Ταλιμπάν, από την άλλη, είναι εκείνα που άφησε ο πρώην αφγανικός στρατός, εκείνα που άφησαν οι ξένες δυνάμεις που αποχώρησαν και νέα όπλα που προμηθεύτηκαν κυρίως μέσω μαύρης αγοράς.
Ειδικοί λένε ότι βίντεο από προηγούμενες διασυνοριακές συγκρούσεις υποδηλώνουν ότι οι δυνάμεις των Ταλιμπάν χρησιμοποιούν κυρίως ελαφρύ οπλισμό εναντίον των πακιστανικών δυνάμεων.
Εκτιμώμενη σε λιγότερο από 200.000 άτομα, η στρατιωτική δομή των Ταλιμπάν στερείται λειτουργικής αεροπορίας, με τους Ταλιμπάν να χρησιμοποιούν αντ’ αυτού λίγα παλαιά επιθετικά ελικόπτερα και μεταγωγικά αεροσκάφη σοβιετικής εποχής, καθώς και κάποια μη επανδρωμένα τετρακόπτερα.
Το μονο που διαθέτουν οι Ταλιμπάν είναι η μεγάλη εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο.
Αν και στερούνται του βαρέος οπλισμού των γειτόνων τους, οι τακτικές ανταρτοπολέμου αποτελούν καθοριστικό χαρακτηριστικό της στρατιωτικής τους ταυτότητας, που έχει ατσαλωθεί από την ιδεολογική τους ακαμψία, τον θρησκευτικό ζήλο και δεκαετίες ασύμμετρου πολέμου.




























