Ο πόλεμος στην Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022, η οποία αναμενόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και είχαν γίνει απόρρητες ενημερώσεις σε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήδη από το Νοέμβριο του 2021 (χωρίς τα μέλη της Ε.Ε. να συμμεριστούν αυτές τις πληροφορίες και εκτιμήσεις), εισέρχεται πλέον στον πέμπτο χρόνο του.
Η διατύπωση ότι «ο κόσμος άλλαξε», ίσως, διαβαζόταν και ακουγόταν σαν υπερβολική, αλλά ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Οι περισσότεροι πολιτικοί και αναλυτές θεωρούν ότι η αλλαγή έγινε μετά την ορκωμοσία του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, πέρυσι τον Ιανουάριο. Έχουν δίκιο, αν επικεντρώνονται στα γεγονότα που είναι δημόσια γνωστά. Όπως, μεταξύ άλλων, η ανοχή προς την παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τη Μόσχα, τα όσα προέκυψαν από τις συνομιλίες με τον πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025, και η πρόσφατη δήλωση του κ. Τραμπ που αναγνώρισε προβάδισμα της Κίνας για τις όποιες εξελίξεις στην Ταϊβάν ως ανήκουσα σφαίρα άμεσης επιρροή της.
Αντίθετα, αν ληφθούν υπόψη όσα δεν έγιναν γνωστά δημόσια, η ορθή διαπίστωση είναι ότι η Ουκρανία άρχισε «να χάνει το παιχνίδι» από τα τέλη του 2023 και τις αρχές του 2024, όταν σημειώθηκαν οι μεγάλες καθυστερήσεις στην έγκριση και αποστολή της βοήθειας από τις ΗΠΑ. Φαινομενικά, η ευθύνη ανήκε στο Κογκρέσο και την αντίδραση των Ρεπουμπλικάνων, καθώς και ορισμένων Δημοκρατικών, αλλά στην πραγματικότητα υπήρξε σταδιακή αλλαγή στάσης και εκ μέρους της διοίκησης του προέδρου Τζον Μπάιντεν.
Κορυφαίο σημείο αυτής της αλλαγής ήταν μια λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του Ουκρανού προέδρου, Β. Ζελένσκι, και του τότε υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, Λόιντ Όστιν, πολλές εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 2024. Όταν ο πρώτος επέμεινε, πολύ πιεστικά, στη σημασία απόκτησης συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, ώστε να πληγεί η Ρωσία στην ενδοχώρα της, ο δεύτερος του απάντησε οργισμένα ότι δεν θα σύρει τις ΗΠΑ σε χειρότερη κρίση και ότι, έτσι κι αλλιώς, η ουκρανική πλευρά πετύχαινε τους ίδιους στόχους με τα drones και ότι έπρεπε να το έχει καταλάβει. Την ίδια περίοδο, άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται να υπογράμμισαν στον κ. Ζελένσκι και σε ορισμένους Ευρωπαίους συμμάχους ότι ούτε θα πρέπει να πανικοβάλλονται από την ενίσχυση των ρωσικών δυνάμεων με στρατεύματα από τη Βόρεια Κορέα ούτε και να υπερβάλλουν με απαιτήσεις μεγάλης αντίδρασης εκ μέρους της Δύσης. Η εκτίμηση της Ουάσιγκτον ήταν ότι η εμπλοκή Βορειοκορεατών θα επηρέαζε ελάχιστη την κατάσταση στο μέτωπο, όπως και αποδείχθηκε αργότερα με τη -μακάβρια- διαπίστωση ότι ο μέρος όρος επιβίωσής τους στις μάχες ήταν περίπου 80 ημέρες.
Ασφαλώς, ως προς το ερώτημα ποιες θα είναι οι εξελίξεις στο πέμπτο έτος του πολέμου, δεν μπορούν να γίνουν κατηγορηματικές και μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία που φωτίζουν τις ισορροπίες στα μέτωπα του πολέμου, καθώς και στη διπλωματική σκηνή, επιτρέποντας αξιόπιστες εκτιμήσεις για τις εξελίξεις κατά τους εαρινούς και θερινούς μήνες του 2026:
1. Με την εξαίρεση της πιθανότητας κάποιου είδους, άκρως απόρρητης, «μυστικής συμφωνίας» ΗΠΑ-Ρωσίας (για την οποία δεν υπάρχουν αξιόπιστες ενδείξεις που να επιτρέπουν από απλές υποθέσεις ως σενάρια συνωμοσιολογίας), η Μόσχα θα συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις τους προσεχείς μήνες. Η κύρια εκτίμηση του Πενταγώνου των ΗΠΑ είναι ότι η Ρωσία, αν και πληρώνει κόστος μεγάλων απωλειών, αποκτά στρατηγικά κέρδη όσο ο πόλεμος συνεχίζεται με τους υφιστάμενους συσχετισμούς, και δεν έχει κανένα κίνητρο ή συμφέρον διαπραγμάτευσης για οτιδήποτε λιγότερο από τους γνωστούς στόχους της.
2. Αν και η κατάσταση είναι πραγματικά πολύ δύσκολη για τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας, οι πληροφορίες και εκτιμήσεις περί κατάρρευσης του αμυντικού μετώπου είναι υπερβολικές. Kαι, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν της ρωσικής προπαγάνδας και της δικαιολογημένης απογοήτευσης σε ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
3. Αντίθετα, είναι ακριβές, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία τι δηλώνει το Κρεμλίνο, ότι η τρέχουσα χειμερινή περίοδος και, πιθανότατα, όλο το διάστημα μέχρι το Μάϊο του 2026, είναι η πιο δύσκολη για την Ουκρανία από το Φεβρουάριο του 2022. Αν και δεν έχουν δικαιωθεί οι προσδοκίες της Ρωσίας για πλήρη κατάληψη πόλεων στρατηγικής σημασίας (π.χ. του Ποκρόφσκ από τον περασμένο Οκτώβριο), μάλλον θα υπάρξουν τέτοιες εξελίξεις τους προσεχείς μήνες.
4. Δεν φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες για την ταχεία επαναφορά των δυνατοτήτων αεράμυνας της Ουκρανίας στα προ διετίας ή ακόμα και στα προ έτους (ήδη χαμηλά) επίπεδά της. Πέρα από την άρνηση ή τις καθυστερήσεις πολλών κυβερνήσεων μελών του ΝΑΤΟ να συνεισφέρουν απαραίτητα συστήματα και υλικά σε σύντομο χρόνο και σε μεγάλες ποσότητες, συνεχίζεται και το αντικειμενικό πρόβλημα καθυστέρησης στη βιομηχανική παραγωγή. Η χρονική απόσταση από τον Αύγουστο πέρυσι (όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται χρήματα από το πρόγραμμα PURL), μέχρι την έναρξη παραγωγής ενός συστήματος, την έξοδο από το εργοστάσιο, την αποστολή του στην Ουκρανία και την εκεί επιχειρησιακή του ένταξη, είναι τεράστια. Ενώ η Ρωσία (και η Κίνα) έχουν μεταμορφώσει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τις οικονομίες τους σε «πολεμικές», οι ευρωπαϊκές χώρες δεν πρέπει μεν να εμπλακούν σε έναν τέτοιο λαβύρινθο, αλλά σίγουρα πρέπει να μεριμνήσουν για την επιτάχυνση της βιομηχανικής παραγωγής με πολυετή συμβόλαια για τις δικές τους ανάγκες και ανεξάρτητα από την έκβαση της κρίσης στην Ουκρανία.
5. Τις τελευταίες ημέρες, επικρατεί ικανοποίηση στην ηγεσία του ΝΑΤΟ και στην Ουάσιγκτον για τις εγγυήσεις ασφαλείας που προτίθενται να παράσχουν οι ευρωπαϊκές χώρες στην Ουκρανία, γιατί -πράγματι- έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση συγκριτικά με τις απλές διακηρύξεις της «Συμμαχίας των Προθύμων» το Μάρτιο του 2025. Ωστόσο, με δεδομένη τη ρωσική αντίδραση, ειδικά ως προς τη μελλοντική παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων -υπό οποιαδήποτε ιδιότητα- στην Ουκρανία, διαφαίνεται ο κίνδυνος το Κρεμλίνο να αξιώσει συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τη μερική αλλαγή της στάσης του. Ένα από τα ανταλλάγματα θα μπορούσε να είναι η επιβολή περιορισμών στη διάταξη δυνάμεων της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ή η καλλιέργεια αυτού του κλίματος στην κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών) κατά το ιστορικό προηγούμενο της υπονόμευσης της εγκατάστασης αμερικανικών πυραύλων στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’80.
Παράλληλα με αυτές τις προβλέψεις, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σημασία της έγκρισης, τον περασμένο Δεκέμβριο, του δανείου των € 90 δις από την Ε.Ε. προς την Ουκρανία για την κάλυψη οικονομικών και αμυντικών αναγκών της κατά τη διετία 2026-2027. Η απόφαση ελήφθη μετά την αλλαγή -από τον καγκελάριο Φρ. Μερτς- της παραδοσιακής στάσης της Γερμανίας κατά του κοινού δανεισμού των μελών της E.E. Ασφαλώς, όπως συνέβη και το 2024 με την αμερικανική βοήθεια προς το Κίεβο, μεγάλη σημασία έχει ο χρόνος υλοποίησης του σχεδιασμού. Αν ληφθεί υπόψη πως οι απαιτούμενες νομικές πράξεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αναμένεται να εκδοθούν ως τα τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου του 2026, τότε η πρώτη δόση του δανείου για εξοπλιστικές προμήθειες θα καταβληθεί περίπου δύο μήνες αργότερα και οι παραδόσεις κρίσιμων συστημάτων θα απαιτήσουν τουλάχιστον άλλους έξι μήνες, οπότε φτάνουμε περίπου στον Οκτώβριο.
Πρώτη η «Α&Δ» προειδοποίησε για τη συγκλονιστική κρίση
Η «Α&Δ» είχε το -δυσάρεστο- προνόμιο να είναι το πρώτο και μόνο μέσο ενημέρωσης στην Ελλάδα που επεσήμανε, ήδη από το τεύχος Δεκεμβρίου του 2021, την ισχυρή πιθανότητα του επερχόμενου πολέμου στην Ουκρανία. Μεταξύ άλλων, αναφερόταν: «οι δημόσιες και διαβαθμισμένες πληροφορίες των τελευταίων εβδομάδων, για τη συγκέντρωση στρατιωτικού προσωπικού και επιθετικού εξοπλισμού της Ρωσίας στη μεθόριο με την Ουκρανία, δείχνουν ότι η -πολύ πιθανή- επικείμενη κρίση θα είναι μεγαλύτερη από τα γεγονότα της Κριμαίας και της ανατολικής Ουκρανίας το 2014». Το εξώφυλλο του ίδιου τεύχους είχε φωτογραφία ρωσικών αρμάτων μάχης, κατά τη διάρκεια παρέλασης στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας, με το χαρακτηριστικό τίτλο: «Επόμενη Στάση: Ουκρανία…».
Στο τεύχος Ιανουαρίου 2022, ο τίτλος υπογράμμιζε την «Ισορροπία Τρόμου Δύσης-Ρωσίας στην Ουκρανία». Παράλληλα, τον ίδιο μήνα, η ιστοσελίδα της «Α&Δ» αποκάλυπτε ότι «οι αμερικανικές πληροφορίες και εκτιμήσεις, όπως μεταφέρθηκαν στον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη ήδη πριν από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Βλ. Πούτιν στις αρχές Δεκεμβρίου, ορίζουν τα μέσα Φεβρουαρίου ως πιθανότερο χρόνο της εισβολής ή εσωτερικής προβοκάτσιας της Ρωσίας στην Ουκρανία». Υπενθυμίζεται ότι -όπως επίσης αποκάλυψε η «Α&Δ»- τις εβδομάδες που ακολούθησαν, οι συγκεκριμένες αμερικανικές πληροφορίες είχαν μεταφερθεί στο Μέγαρο Μαξίμου, στα τέλη Νοεμβρίου 2021, από τον τότε πρεσβευτή των ΗΠΑ Τζ. Πάιατ.
Στο τεύχος Φεβρουαρίου 2022, δηλαδή 20 ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου, η «Α&Δ» αποκάλυπτε τα εξής: «τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου, η εκτίμηση των ΗΠΑ, όπως μεταφέρθηκε στους συμμάχους του ΝΑΤΟ, υπογράμμιζε την ισχυρότατη πιθανότητα ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία εντός του τρέχοντος μηνός, καθώς η συγκέντρωση στρατευμάτων ήταν πλέον πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με το Νοέμβριο πέρυσι (όταν εκφράστηκαν οι πρώτες ανησυχίες της Ουάσιγκτον) και τα μέσα Ιανουαρίου φέτος».
Αξιόπιστα στοιχεία -με έγκυρες προβλέψεις- δημοσιεύθηκαν, βάσει άρθρων Ειδικού Συνεργάτη, και στα τεύχη Φεβρουαρίου 2023 και Δεκεμβρίου 2024, όταν ακόμα στην Ευρώπη -συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας- υπήρχε ακόμα μεγάλη εμπιστοσύνη (λανθασμένα, όπως αποδείχθηκε) προς τον Ουκρανό Πρόεδρο.



























