Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει τους δασμούς που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ δεν έφερε σταθερότητα στο διεθνές εμπόριο. Αντίθετα, δημιούργησε νέο κύμα αβεβαιότητας, με πιθανές αρνητικές συνέπειες τόσο για την παγκόσμια οικονομία όσο και για την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το δικαστήριο έκρινε με πλειοψηφία 6-3 ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε τη νομική εξουσία να επιβάλει τους εκτεταμένους δασμούς που ανακοίνωσε τον περασμένο Απρίλιο, επικαλούμενος νόμο έκτακτης οικονομικής ανάγκης. Παρότι η απόφαση ακύρωσε τους συγκεκριμένους δασμούς, η εμπορική ένταση δεν αποκλιμακώθηκε.
Λίγο αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε νέους δασμούς έως 15% σε μια σειρά εμπορικών εταίρων, με άμεση ισχύ.
Η νέα αυτή κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις, κυρίως στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασε ανησυχία ότι η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ απειλεί να ανατρέψει εμπορικές συμφωνίες που είχαν ήδη επιτευχθεί με την Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ως αποτέλεσμα, ανεστάλη για ακόμη μία φορά κρίσιμη διαδικασία έγκρισης συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Η συνεχής εναλλαγή αποφάσεων και η έλλειψη σταθερής κατεύθυνσης στην εμπορική πολιτική ενισχύουν το κλίμα ανασφάλειας. Πολλές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικές στις συναλλαγές με τις ΗΠΑ, περιορίζοντας επενδύσεις, εμπορικές συμφωνίες και σχέδια επέκτασης. Αυτό το κλίμα αναμένεται να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας.
Παράλληλα, παρατηρείται μετατόπιση του παγκόσμιου εμπορίου προς άλλες αγορές. Η Κίνα φαίνεται να ωφελείται από αυτή την εξέλιξη, καθώς στο τέλος του περασμένου έτους κατέγραψε σημαντική αύξηση τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές της, οδηγώντας το εμπορικό της πλεόνασμα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η αμερικανική κυβέρνηση δηλώνει ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει τη δασμολογική της πολιτική, χρησιμοποιώντας διαφορετικές διατάξεις της νομοθεσίας για το εμπόριο. Κάποιες από αυτές προβλέπουν χρονικούς περιορισμούς, ενώ άλλες θα μπορούσαν να επιτρέψουν την επιβολή δασμών για μεγαλύτερο διάστημα, διατηρώντας την αβεβαιότητα για τα επόμενα χρόνια.
Παρότι ο άμεσος οικονομικός αντίκτυπος των νέων δασμών δεν είναι ακόμη ξεκάθαρος, η γενική εικόνα δείχνει ότι οι ΗΠΑ απομακρύνονται σταδιακά από το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, ενώ και οι υπόλοιπες χώρες αναζητούν εναλλακτικές συνεργασίες. Αυτή η τάση αποπαγκοσμιοποίησης εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει επιβαρυντικά για την οικονομία και θα οδηγήσει σε πιο αδύναμη ανάπτυξη στο μέλλον.
Σε αυτό το περιβάλλον έντονης αστάθειας, οι εμπορικές συμφωνίες που συνομολογούνται αποκτούν πρόσθετο ρίσκο. Όταν η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ αλλάζει συχνά και απρόβλεπτα, ακόμη και συμφωνίες που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας δυσκολεύονται να βασιστούν σε σταθερούς όρους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συμφωνίες για το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) μεταξύ ελληνικών και αμερικανικών εταιρειών. Αν και τέτοιες συμφωνίες στοχεύουν στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφοροποίηση των προμηθειών, πλέον περιβάλλονται από αυξημένη αβεβαιότητα. Πιθανές αλλαγές σε δασμούς, ρυθμιστικά πλαίσια ή γενικότερα στις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ με τους εταίρους τους μπορούν να επηρεάσουν το κόστος, τους χρόνους παράδοσης και τη βιωσιμότητα των συμφωνημένων όρων.
Ως αποτέλεσμα, εταιρείες και επενδυτές καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα πιο σύνθετο και λιγότερο προβλέψιμο περιβάλλον, όπου ακόμη και ήδη υπογεγραμμένες συμφωνίες ενδέχεται να χρειαστούν επαναξιολόγηση. Η αβεβαιότητα αυτή προστίθεται στις ήδη υπάρχουσες προκλήσεις της διεθνούς αγοράς ενέργειας και ενισχύει τη γενικότερη εικόνα επιφυλακτικότητας που επικρατεί στο παγκόσμιο εμπόριο.



























