Συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, που σήμανε την επιστροφή του πολέμου στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, σε μια από τις πιο φονικές και καταστροφικές συρράξεις του 21ου αιώνα. Πέραν από την τραγική απώλεια πολλών χιλιάδων ανθρώπινων ζωών και περί τα 10 εκατομμύρια εκτοπισμένων και προσφύγων, ο πόλεμος έχει προκαλέσει την καταστροφή των βασικών υποδομών της χώρας, συμπεριλαμβανομένων υγειονομικών εγκαταστάσεων με ανυπολόγιστο κόστος για τη μελλοντική προσπάθεια ανοικοδόμησης.
Τι μάθαμε όμως από αυτά τα τέσσερα χρόνια;
1. Η μορφή του πολέμου έχει αλλάξει ριζικά. O πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί από ένα συμβατικό πόλεμο εισβολής του πρώτου διαστήματος σε ένα υψηλής τεχνολογίας πόλεμο, με την Ρωσία, μετά από 4 χρόνια να έχει πάντως καταλάβει κάτι λιγότερο από το 20% της χώρας. Η σύγκρουση χαρακτηρίζεται από μαζικές επιθέσεις με drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και χτυπήματα ακριβείας, κάτι που κυρίως χρησιμοποιεί η ουκρανική πλευρά για να αντισταθμίσει την μειονεκτική της θέση σε στρατιωτικό προσωπικό και πυρομαχικά. Πλέον τα drones δεν είναι απλά αναγνωριστικά αλλά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις επιθέσεις της μιας και της άλλης πλευράς. Πρόκειται εξάλλου για έναν πόλεμο φθοράς που μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό ακόμη.
2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος ιδιωτικών εμπορικών εταιρειών στον πόλεμο αυτό. Ο παραδοσιακός πόλεμος διεξαγόταν μεταξύ κρατών ή μεταξύ κρατών και οργανωμένων μη κρατικών οντοτήτων (πχ ISIS). Πλέον έχουμε το σημαντικό ρόλο εταιρειών όπως η Microsoft, η Amazon και κυρίως η Starlink. Με την καταστροφή από τους Ρώσους των επικοινωνιακών υποδομών ώστε να τυφλωθεί ο αντίπαλος, η επικοινωνία μέσω δορυφόρων της Starlink έσωσε το Ουκρανικό μέτωπο διευκολύνοντας την κίνηση και επικοινωνία των στρατευμάτων αλλά και τη δυνατότητα εντοπισμού του εχθρού.
3. Ο πόλεμος έφερε στην επιφάνεια με τον πιο καθαρό τρόπο όλες τις ευαλωτότητες αλλά και τις εξαρτήσεις της ΕΕ. Αφενός την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και αφετέρου την αμυντική εξάρτηση από το ΝΑΤΟ. Είναι σαφές ότι από τη δημιουργία της η ΕΕ ήταν ένα σχέδιο ειρήνης και συνεργασίας, ενώ η συλλογική άμυνα της ανατέθηκε στο ΝΑΤΟ. Με την επιστροφή του πολέμου και την στρατικοποίηση που επακολούθησε, η ανάγκη ανάπτυξης ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων παρουσιάστηκε ως μονόδρομος σε μια ήδη χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία. Έχει η ευρωπαϊκή κοινωνία τις οικονομικές αντοχές για μια αλλαγή της φυσιογνωμίας της ΕΕ σε πάροχο ασφάλειας;
4. Το τελευταίο, καίριο σημείο είναι οι περαιτέρω βαθιές αλλαγές στο διεθνές σύστημα που επέφερε η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως ορθά παρατήρησε ο Μ. Κάρνευ, πρωθυπουργός του Καναδά, στην ομιλία του στο Νταβός, αυτό που ζούμε δεν είναι μετασχηματισμός αλλά ρήξη. Τίποτα από όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα στο διεθνές σύστημα παρέμεινε αμετάβλητο. Ο Τραμπ, που προτιμά να συνομιλεί με αυταρχικούς ηγέτες, που δεν πιστεύει στο ελεύθερο εμπόριο, που ακολουθεί μια συναλλακτική πολιτική όπου οι δασμοί γίνονται όπλο πίεσης, που απεχθάνεται τα πολυμερή πλαίσια και περιφρονεί την ΕΕ, που μίλησε για «την Αμερική πρώτα», μας εξέπληξε για μια ακόμη φορά. Αυτόν τον Πρόεδρο από τον οποίο περιμέναμε ότι θα επανάφερε τον απομονωτισμό αποδεικνύεται ο κατεξοχήν Πρόεδρος που ασχολείται με την εξωτερική πολιτική και την ανάμειξη σε άλλες περιοχές: Βενεζουέλα, ‘επίλυση επτά πολεμικών συγκρούσεων’ κατά τα λεγόμενα του, ενδεχόμενο επέμβασης στο Ιράν και η λίστα δεν έχει τέλος. Το εξόχως προβληματικό σε αυτό το πλαίσιο είναι η προνομιακή σχέση που είχε και διατηρεί με τον Ρώσο ηγέτη. Η πεποίθηση ότι θα πετύχει την ειρήνη στην Ουκρανία δείχνει να μην αποδίδει, την ώρα που ο Πούτιν κερδίζει χρόνο στο πεδίο πετυχαίνοντας διαρκώς μικρές νίκες και η ΕΕ επωμίζεται όλο το βάρος στήριξης της Ουκρανίας. Την ίδια ώρα, οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη διεξάγονται χωρίς να έχουν παύσει, έστω προσωρινά οι εχθροπραξίες. Η πολιτική πυγμής του Πούτιν δεν δείχνει να ενοχλεί τον Τραμπ . Αντίθετα τον καθιστά σοβαρό συνομιλητή ενώ όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι όταν τελικά ο πόλεμος τελειώσει δεν θα επιβληθεί μια δίκαιη ειρήνη. Αυτό που επίσης είναι σαφές είναι ότι το τέλος της αιματοχυσίας είναι ακόμη μακριά.
Και μπροστά σε όλα αυτά η Ευρώπη παραπαίει. Ανέτοιμη, δοκιμαζόμενη από μέσα (ακροδεξιά κινήματα, άνοδος του εθνικισμού, κατακερματισμός) αλλά και από έξω (πόλεμος, βίαιη επιστροφή στην γεωπολιτική), δείχνει να χρειάζεται χρόνο που δεν διαθέτει. Και αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι ούτε οι βαρύγδουπες αποφάσεις, ούτε νέοι θεσμοί αλλά ούτε και τα μεγάλα κονδύλια λύνουν το πρόβλημα, αν δεν διαθέτεις στρατηγική και δεν μπορείς να προβλέψεις ούτε την επόμενη μέρα.
(Η Μαριλένα Κοππά είναι Καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής, Κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Πάντειο Πανεπιστήμιο)



























