Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία των ΗΠΑ με την υπόσχεση να αφήσει μεγαλύτερο αποτύπωμα απ'ότι στην πρώτη θητεία του. Όχι απλά τα κατάφερε, αλλά κανείς στέκεται αμήχανος στην προσπάθεια να απαριθμήσει όλα αυτά που έχουν αλλάξει μέσα σε έναν μόλις χρόνο.
Από τον περασμένο Γενάρη, ο αμερικανός πρόεδρος δίνει τουλάχιστον μια μεγάλη είδηση την εβδομάδα, ενώ εξίσου σημαντικές είναι κι οι αλλαγές που δεν έγιναν πρωτοσέλιδο.
Ίσως το πιο σημαντικό που έχει πετύχει είναι να κανονικοποιήσει μια ρητορική «αδιανόητη» μέχρι χθες για πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το πιο πολύτιμο όπλο που έχει στα χέρια του; Μα βέβαια η απόλυτη ισχύς του. Και η μεγαλύτερη απειλή: πώς θα την χρησιμοποιήσει.
Ξεκινώντας από το τέλος, ο Τραμπ απειλεί τους μέχρι πρότινος συμμάχους των ΗΠΑ με τιμωρητικούς δασμούς αν δεν έρθουν σε κάποια «συμφωνία» για την Γροιλανδία. Αυτό που ζητά επί της ουσίας είναι να αγοράσει ή/και να προσαρτήσει κομμάτι της επικράτειας ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, καθώς κρίνει πως είναι «απαραίτητο» για την ασφάλεια των αμερικανών πολιτών.
Η κλιμάκωση του Τραμπ έναντι της Δανίας έχει ήδη ενισχύσει τις αναθεωρητικές ορέξεις του Πούτιν, με τους Ρώσους σχολιαστές να πανηγυρίζουν αφού το αμερικανικό σχέδιο θα μπορούσε να «επιφέρει ένα καταστροφικό πλήγμα στο ΝΑΤΟ: μια χώρα που είναι μέλος του ΝΑΤΟ αφαιρεί την περιοχή που δικαιωματικά ανήκει σε μια χώρα που είναι επίσης μέλος του ΝΑΤΟ, παρά τις διαμαρτυρίες και το διεθνές δίκαιο».
{https://www.youtube.com/watch?v=FeQmd6ay6mI}
Τραμπισμός 2.0
Όπως σημειώνει ο Bruce Wolpe, μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2024, ο Τραμπ έχει παραμείνει πιστός σε τρεις από τους τέσσερις πυλώνες του τραμπισμού που μετέτρεψαν τη βάση του σε κίνημα που άλλαξε την Αμερική: στον νατιβισμό (που αφορά την προώθηση των συμφερόντων των γεννημένων στις ΗΠΑ έναντι των μεταναστών), στον προστατευτισμό και τους δασμούς, και στον εθνικισμό του «Πρώτα η Αμερική» («Make America Great Again»).
Προς αυτούς τους στόχους, ο Τραμπ ενεργεί επιθετικά.
Αντί της παραδοσιακής παραδοχής που θέλει τους μετανάστες να ζουν ελεύθερα - εκτός αν ένας δικαστής κρίνει ότι είναι επικίνδυνοι - η ICE τους κατατάσσει πλέον ως «αιτούντες εισδοχής», έναν νομικό χαρακτηρισμό που επιτρέπει την κράτησή τους χωρίς τη δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση. Η νέα μεταναστευτική πολιτική πυροδότησε ένα μαζικό κύμα συλλήψεων ανθρώπων που ζούσαν στις ΗΠΑ επί χρόνια - σε ορισμένες περιπτώσεις επί δεκαετίες, πολλοί εκ των οποίων είχαν προηγουμένως αφεθεί ελεύθεροι με αναστολή από προηγούμενες κυβερνήσεις.
Ο Τραμπ έχει επιβάλει παράλληλα τιμωρητικούς δασμούς, απαιτώντας από ξένες εταιρείες να επενδύσουν στις ΗΠΑ και να κατασκευάσουν νέα εργοστάσια.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του, έχει θεσπίσει έναν συνεχώς αυξανόμενο κατάλογο δασμών σε συγκεκριμένες χώρες και εμπορεύματα - μια κίνηση που στοχεύει στην προστασία των αμερικανικών συμφερόντων. Αν και η αρχική εφαρμογή συνοδεύτηκε από καθυστερήσεις και ανατροπές, οι πιο πρόσφατες ανακοινώσεις προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις αυξάνοντας την αστάθεια στις αγορές και δημιουργώντας ουσιαστικά εμπόδια, τα οποία, σύμφωνα με την J.P. Morgan, θα επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.
Όμως, στον τέταρτο πυλώνα του τραμπισμού - τον απομονωτισμό ως κινητήρια δύναμη της εξωτερικής πολιτικής - ο Τραμπ έχει επαναπροσδιορίσει τις φιλοδοξίες του. Ορισμένοι κάνουν λόγο για στροφή από τον απομονωτισμό σε έναν «νεοσυντηρητικό παρεμβατισμό».
Ο πρώτος πυλώνας αυτής της επανασχεδιασμένης στρατηγικής είναι η σκόπιμη απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1945: Ο Τραμ έχει διατάξει την αποχώρηση των ΗΠΑ από διεθνείς οργανισμούς και έχει περικόψει δισεκατομμύρια σε εξωτερική βοήθεια.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι η συστηματική αντιπαράθεση με την Κίνα, την οποία αναγνωρίζει ως τον κύριο στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ. Αυτός ο στόχος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος που ενώνει φαινομενικά ασύνδετες αμερικανικές ενέργειες σε διαφορετικά μέτωπα. Από την Ανατολική Ασία έως το Δυτικό Ημισφαίριο και τη Βενεζουέλα, η αμερικανική στρατηγική γίνεται καλύτερα κατανοητή ως προσπάθεια να αμφισβητηθεί το συνεχώς διευρυνόμενο οικονομικό, διπλωματικό και στρατιωτικό αποτύπωμα της Κίνας.
Αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί επιστροφή στον ψυχροπολεμικό «εγκλωβισμό» ούτε μοιάζει με τον φιλελεύθερο παρεμβατισμό των διοικήσεων Ρίγκαν ή Μπους - αναφέρει ο δρ. Pierre Pahlavi. Αντίθετα, αντικατοπτρίζει μια πιο επιλεκτική μορφή εμπλοκής, με στόχο την αναχαίτιση του Πεκίνου, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις μόνιμες δεσμεύσεις του παραδοσιακού διεθνιστικού μοντέλου.
{https://www.youtube.com/watch?v=uthk94yqlTY}
«Ένα έθνος στο χείλος του εμφυλίου»
Πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι το 56% των Αμερικανών πιστεύει ότι ο Τραμπ το έχει «παρακάνει» στη Βενεζουέλα, το 57% δεν θέλει οι ΗΠΑ να πλήξουν το Ιράν, ενώ - ακόμη και πριν από την ανακοίνωση των νέων δασμών - μόνο το 17% ενέκρινε την επιθυμία του Τραμπ να προσαρτήσει την Γροιλανδία, ενώ το 71% απέρριπτε τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για τον σκοπό αυτό.
Οι συνολικές δημοσκοπήσεις του Τραμπ είναι κακές.
Το ποσοστό αποδοχής του είναι στο 39% - σχεδόν 10 μονάδες χαμηλότερο από την ορκωμοσία του - και η αποδοκιμασία φτάνει το 61%.
{https://x.com/jimsciutto/status/2012227912741617737?s=20}
Το AP-NORC διαπιστώνει επίσης ότι «ο Τραμπ δεν έχει πείσει τους Αμερικανούς ότι η οικονομία βρίσκεται σε καλή κατάσταση». Δημοσκόπηση του CNN αναφέρει ότι το 55% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι πολιτικές του Τραμπ «έχουν βλάψει την οικονομία» και ότι ο Τραμπ δεν κάνει αρκετά για να μειώσει τις τιμές.
Στο μεταναστευτικό, η αναταραχή στη Μινεάπολις και άλλες πόλεις έχει επίσης κόστος, με την αποδοχή του Τραμπ στο ζήτημα της καταστολής μέσω ICE να υποχωρεί κάτω από το 40%.
Γράφοντας για τον ένα χρόνο Τραμπ στους New York Times, η Masha Gessen περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την αμηχανία με την οποία μερίδα των Αμερικανών βιώνουν την νέα πραγματικότητα:
«Γίναμε μια χώρα όπου ένα άτομο μπορεί να εκτελεστεί δημοσίως επειδή διαμαρτυρήθηκε εναντίον μιας παραστρατιωτικής δύναμης. Αφού ένας πράκτορας της ICE δολοφόνησε την Ρενέ Γκουντ πυροβολώντας την τρεις φορές από κοντινή απόσταση στη Μινεάπολις στις 7 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Τζέι ντι Βανς και άλλοι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι ο πυροβολισμός ήταν δικαιολογημένος ως πράξη αυτοάμυνας (το βίντεο δείχνει το αντίθετο) τονίζοντας την φερόμενη σύνδεση του θύματος με αριστερές ομάδες - επιβεβαιώνοντας προφανώς ότι η διαμαρτυρία πλέον τιμωρείται με θάνατο στην Αμερική.
Γίναμε μια χώρα της οποίας η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναπτύσσει στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις στους δρόμους μεγάλων πόλεων, τρομοκρατώντας τους πολίτες της με το πρόσχημα της προστασίας τους. Ένας ξένος παρατηρητής θα μπορούσε να περιγράψει τις ΗΠΑ ως μια χώρα στο χείλος του εμφυλίου πολέμου. Μόλις που μπορούμε να κρατήσουμε ενημερωμένη τη λίστα των πόλεων όπου έχουν αναπτυχθεί στρατεύματα στους δρόμους: Ουάσινγκτον, Λος Άντζελες, Σικάγο, Πόρτλαντ, Όρεγκον, Μέμφις, Νέα Ορλεάνη.
Γίναμε μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση επιτίθεται στα πανεπιστήμια, περικόπτει τη χρηματοδότηση της έρευνας, αντιστρέφει την επιστημονική πρόοδο, επιτίθεται σε μουσεία και αποδυναμώνει πολιτιστικούς θεσμούς. Λίγες από αυτές τις επιθέσεις αντιμετωπίζουν ουσιαστική αντίσταση. Κάνουμε τον εαυτό μας πιο ανόητο.»
{https://www.youtube.com/watch?v=18pxnsdHGY8}
«Συνέχεια με λένε δικτάτορα»
Παρά τις όποιες αντιδράσεις, ο Τραμπ παραμένει αμετακίνητος. Πιστεύει ότι ως πρόεδρος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Πολλές από τις δικλείδες ασφαλίας που επι δεκαετίες προστάτευαν την αμερικανική δημοκρατία έχουν εξάλλου καταρρεύσει.
Το υπερσυντηρητικό Ανώτατο Δικαστήριο και το πειθήνιο Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο δεν έχουν «επιπλήξει» τον Τραμπ για τους δασμούς που επιβάλλει, τις κυβερνητικές υπηρεσίες που έχει κλείσει, τα κονδύλια που έχει καταργήσει (παρότι εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο), τις εκατοντάδες χιλιάδες δημοσίων υπαλλήλων που έχει απολύσει, τις στρατιωτικές επιδρομές που έχει διατάξει χωρίς να ενημερώσει - πόσο μάλλον να λάβει έγκριση από - το Κογκρέσο.
Ο Τραμπ επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο επί της οικονομίας - και για αυτό προσπαθεί να διώξει ποινικά τον πρόεδρο της Fed και να γεμίσει το διοικητικό της συμβούλιο με πρόθυμους να προχωρήσουν στη μείωση των επιτοκίων.
Ήδη από την ορκωμοσία του, είχε δώσει εντολή στο υπουργείο Δικαιοσύνης να «απομακρύνει» όσους επιχείρησαν να τον οδηγήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης, ενώ πλέον αναφέρεται ανοιχτά - δύο φορές μέχρι στιγμής αυτόν τον μήνα - στο ενδεχόμενο ακύρωσης των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Γνωρίζει ότι η πιθανότητα οι Δημοκρατικοί να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι υψηλή. Αυτό ακριβώς συνέβη στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 κατά την πρώτη του θητεία.
Ας μην πέσουμε στην παγίδα να κάνουμε προβλέψεις.






























