Στις πλαγιές του Υμηττού παραμένει ζωντανή μια από τις πιο συγκλονιστικές αεροπορικές τραγωδίες που σημάδεψαν την Αθήνα. Το δυστύχημα του Boeing 707 το 1992, λίγο πριν την προσγείωσή του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, εξακολουθεί να προκαλεί δέος και ερωτήματα. Το αεροσκάφος, που εκτελούσε ανθρωπιστική αποστολή μεταφέροντας φάρμακα, συνετρίβη στο βουνό έπειτα από προβλήματα στα όργανα πλοήγησης. Παρά την εμπειρία του πιλότου, η πορεία του αεροπλάνου εκτροχιάστηκε, με αποτέλεσμα να χαθεί η επαφή με τον πύργο ελέγχου και να καταλήξει με μεγάλη ταχύτητα στο έδαφος.
Δεκαετίες μετά, σύγχρονες λήψεις από drone αποκαλύπτουν ότι στο σημείο της συντριβής εξακολουθούν να υπάρχουν διάσπαρτα συντρίμμια, αλλά και υλικά από το φορτίο, όπως φάρμακα – σιωπηλά απομεινάρια μιας αποστολής που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τα ευρήματα αυτά επαναφέρουν στη μνήμη την τραγωδία και φωτίζουν πτυχές της υπόθεσης που για χρόνια παρέμεναν ξεχασμένες.
Η ιστορία του Boeing 707 στον Υμηττό δεν είναι απλώς ένα περιστατικό του παρελθόντος. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο χρόνος μπορεί να περνά, όμως ορισμένα γεγονότα παραμένουν «χαραγμένα» στο τοπίο και στη συλλογική μνήμη, περιμένοντας να αποκαλυφθούν ξανά.
{https://www.youtube.com/watch?v=zwd-lJqf5l4}
Το χρονικό της αεροπορικής τραγωδίας του 1992
Στις 24 Μαρτίου 1992, γράφτηκε μια απο τις πιο σκοτεινές αεροπορικές τραγωδίες που συγκλόνισε την Αθήνα. Λίγο πριν τις 7 το πρωί, το Boeing 707 της Golden Star Air Cargo που μετέφερε φάρμακα για τα παιδιά του Σουδάν ενημέρωνε το αεροδρόμιο Ελληνικού ότι είχε ήδη ευθυγραμμιστεί με το αεροδιάδρομο 33R, ωστόσο λίγα λεπτά αργότερα το κέντρο ελέγχου έλαβε ένα απρόσμενο μήνυμα : Αθήνα , θα περάσω πάνω από το αεροδρόμιο , έχω βλάβη στα όργανα. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών που έγιναν μάρτυρες του δυστυχήματος, περιέγραφαν, ότι λίγο πριν από τη συντριβή στην θέση Σταυραετός του Υμηττού το Boeing 707 έβγαζε μαύρους καπνούς.
Η τραγωδία έγειρε πολλά ερωτήματα. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία σφηνώθηκε το αεροπλάνο στον Υμηττό, έκανε τους ειδικούς να πιστεύουν ότι ο χειριστής δεν κατάλαβε πού βρισκόταν και ότι το βουνό μπροστά του τον αιφνιδίασε. Ωστόσο, ο 50χρονος πιλότος Ταγκ Ελ Σιρ, ήταν από τους παλαιότερους και πιο έμπειρους της εταιρείας, με πάνω από 15 χρόνια πτήσεων στο δυναμικό του. Εκτελούσε μάλιστα πολύ συχνά πτήσεις προς Αθήνα. Το σενάριο η τραγωδία να προκλήθηκε από λάθος χειρισμούς και απειρία, φάνταζε απίθανο. Για τους διοικητικούς παράγοντες της ΥΠΑ, αλλά και τους πιλότους της Ολυμπιακής Αεροπορίας, η επικρατέστερη εκδοχή ήταν ότι υπήρξε ξαφνική βλάβη τα ηλεκτρονικά όργανα διεύθυνσης. Αυτό ήταν άλλωστε το τελευταίο που πρόλαβε να μεταδώσει ο πιλότος στον πύργο ελέγχου. Το επίσημο πόρισμα για τα αίτια του δυστυχήματος βγήκε δύο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1994.
Οι εμπειρογνώμονες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας επέρριπταν όλες τις ευθύνες στον πιλότο Ταγκ Ελ Σιρ. Είχε προηγηθεί ιατροδικαστική εξέταση, που έδειξε ότι ο 50χρονος είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ πριν από την πτήση. Το πόρισμα της διερευνητικής επιτροπής επισημαίνει ότι ο κυβερνήτης δεν τήρησε τους προβλεπόμενους διεθνείς κανονισμούς για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και δεν συμμορφώθηκε ούτε στο συναγερμό που αυτόματα θέτει σε λειτουργία το αεροσκάφος για να προειδοποιήσει ότι βρίσκεται κοντά σε ορεινό όγκο. Η λανθασμένη πορεία ξεκίνησε, ενώ βρισκόταν πάνω από τον ραδιοφάρο στο Καβούρι. Εκεί, αντί να ευθυγραμμιστεί με τη νοητή προέκταση του διαδρόμου προσγείωσης, το αεροπλάνο πήρε άλλη κατεύθυνση. Έτσι βρέθηκε εκτός της ακτίνας του ραδιοφάρου, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν σωστά τα όργανα, βάσει των οποίων οι πιλότοι καθορίζουν την πορεία. Τότε χάθηκε και η επικοινωνία με τη βάση. Ο χειριστής φέρεται να κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε βουνό μόλις τριάντα δευτερόλεπτα πριν από τη συντριβή. Προσπάθησε να το αποφύγει, βάζοντας τους κινητήρες να δουλέψουν σε όλη τους την ισχύ, αλλά ήταν πλέον αργά.
































