Η δυνατότητα απασχόλησης συνταξιούχων στρατιωτικών χωρίς αναστολή στη σύνταξή τους βρίσκεται στο επίκεντρο ρύθμισης που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας που κατατέθηκε στη Βουλή.
Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα για τους περισσότερους συνταξιούχους που εργάζονται σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, η προτεινόμενη διάταξη επιτρέπει σε απόστρατους αξιωματικούς και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων να διατηρούν ακέραιο το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα, ενώ παράλληλα θα αμείβονται για την εργασία τους στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ).
Η ρύθμιση εξετάστηκε από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εξέδωσε γνωμοδότηση σχετικά με το σχέδιο διάταξης.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι η εν λόγω εξαίρεση έχει σαφείς συνταξιοδοτικές επιπτώσεις, καθώς επιτρέπει στους συνταξιούχους στρατιωτικούς να λαμβάνουν ταυτόχρονα σύνταξη και μισθό. Πρόκειται για διαφοροποίηση από το ισχύον πλαίσιο του νόμου 4387/2016, που προβλέπει αναστολή της σύνταξης για όσους εργάζονται σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης πριν από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας.
Η νέα ρύθμιση χαρακτηρίζεται ως «όλως εξαιρετική», τόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής της όσο και ως προς το αντικείμενό της, καθώς περιορίζεται αποκλειστικά στην ΕΑΒ και στους στρατιωτικούς συνταξιούχους.
Παράλληλα, η γνωμοδότηση αναγνωρίζει ότι η πρόταση εξυπηρετεί συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, η ΕΑΒ, ως κρατικά ελεγχόμενη επιχείρηση με κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη των Ενόπλων Δυνάμεων, αντιμετωπίζει ανάγκες στελέχωσης με εξειδικευμένο προσωπικό. Οι απόστρατοι στρατιωτικοί θεωρούνται ιδανικοί υποψήφιοι, καθώς διαθέτουν ήδη την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία, μειώνοντας τον χρόνο εκπαίδευσης και ενισχύοντας άμεσα την παραγωγική ικανότητα της εταιρείας.
Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο εκφράζει επιφυλάξεις ως προς τη δημοσιονομική τεκμηρίωση της ρύθμισης. Η σχετική έκθεση οικονομικών επιπτώσεων κρίνεται ελλιπής, καθώς δεν περιλαμβάνει σαφή υπολογισμό του κόστους που θα προκύψει από τη μη αναστολή των συντάξεων, ούτε προσδιορίζει τον τρόπο κάλυψης της δαπάνης. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται ότι η επιβάρυνση εντάσσεται στα όρια του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού, γεγονός που εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με συνταγματικές επιταγές περί δημοσιονομικής διαφάνειας.
Σημαντική είναι και η επισήμανση ότι η εξαίρεση αυτή, αν και δικαιολογημένη υπό προϋποθέσεις, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι αντίστοιχες ανάγκες ενδέχεται να υφίστανται και σε άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που εξυπηρετούν παρόμοιους σκοπούς, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ζήτημα άνισης μεταχείρισης.
Η καταληκτική παρατήρηση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφέρει τα εξής: «Ανεξαρτήτως των όσων διαλαμβάνονται ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η θέσπιση συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων µε τρόπο αποσπασματικό (βλ. πρακτικά 315 Εἰδ. Συν. Μείζονος Ολομέλειας 3.4.2023) δεν συνάδει µε τις αρχές της καλής νομοθέτησης, ούτε διασφαλίζει τη τήρηση στο συνταξιοδοτικό δίκαιο αρχών του κράτους δικαίου όπως ἡ δημοσιονομική βιωσιμότητα ή η ισότητα µμεταχείρισης όμοιων περιπτώσεων, όπως στην περίπτωση συνταξιούχων, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τούς καιαπασχολούνται ή πρόκειται να απασχοληθούν µε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε ετέρους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που ομοίως δραστηριοποιούνται στους τομείς της εθνικής άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας».
Τελικά, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου τάχθηκε υπέρ της ρύθμισης. Η θετική γνωμοδότηση αφορά αποκλειστικά στο συνταξιοδοτικό σκέλος της διάταξης, ενώ άλλες προβλέψεις που δεν σχετίζονται με συντάξεις κρίνονται εκτός αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.






























