Παρά τις εντυπωσιακές προόδους της ιατρικής τις τελευταίες δεκαετίες, μια ανησυχητική τάση αρχίζει να διαγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι νεότεροι της Generation X και οι πρώτοι Millennials φαίνεται ότι ήδη παρουσιάζουν χειρότερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές.
Άνθρωποι που γεννήθηκαν περίπου μεταξύ 1970 και 1985 εμφανίζουν σήμερα μεγαλύτερο κίνδυνο να πεθάνουν από ασθένειες που παλαιότερα θεωρούνταν σχετικά σπάνιες για την ηλικία τους.
Το εύρημα προέρχεται από μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Leah Abrams, επίκουρη καθηγήτρια κοινοτικής υγείας στο Tufts University, σε συνεργασία με επιστήμονες από το University of Texas Medical Branch και ευρωπαϊκά ερευνητικά ιδρύματα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν πιστοποιητικά θανάτου Αμερικανών που γεννήθηκαν μεταξύ του 1890 έως και του 1980, για να εξετάσουν πώς εξελίχθηκε η θνησιμότητα από το 1979 έως το 2023 σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες. Στόχος τους ήταν να κατανοήσουν γιατί το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ έχει ουσιαστικά «κολλήσει» την τελευταία δεκαετία.
Παρότι η ιατρική πρόοδος συνεχίζεται, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με άλλα αναπτυγμένα κράτη. Για χρόνια πολλοί ειδικοί απέδιδαν αυτή την τάση κυρίως στους λεγόμενους «θανάτους απελπισίας», δηλαδή σε υπερβολικές δόσεις ναρκωτικών ή αυτοκτονίες και θανάτους που σχετίζονται με το αλκοόλ. Ωστόσο, η νέα ανάλυση δείχνει ότι το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο.
Οι επιστήμονες εξέτασαν τόσο τη συνολική θνησιμότητα όσο και τρεις από τις πιο συχνές αιτίες θανάτου στις ΗΠΑ, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τον καρκίνο και τις λεγόμενες «εξωτερικές αιτίες», όπως υπερβολικές δόσεις ναρκωτικών, ανθρωποκτονίες, αυτοκτονίες και τροχαία ατυχήματα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η δεκαετία του 2010 ήταν μια «κακή δεκαετία» για πολλές ηλικιακές ομάδες. Αν και οι υπερβολικές δόσεις ναρκωτικών έπαιξαν σημαντικό ρόλο, δεν ήταν η μοναδική αιτία θανάτου. Οι θάνατοι από αυτοκτονίες, από βία, από τροχαία αλλά και από καρδιαγγειακές παθήσεις αυξήθηκαν επίσης.
Η τάση αυτή φαίνεται να συνδέεται με βαθύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Σύμφωνα με την Abrams, το χρόνιο στρες που προκαλείται από οικονομική ανασφάλεια, οι κοινωνικές ανισότητες και η αποδυνάμωση των κοινοτήτων μπορεί να επηρεάζει την υγεία με πολλούς τρόπους. Το στρες αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ παράλληλα μπορεί να οδηγήσει σε χρήση ουσιών ή σε άλλες συμπεριφορές που επιβαρύνουν την υγεία.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι Baby Boomers που γεννήθηκαν μεταξύ 1950 και 1959 αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής. Μέχρι εκείνη τη γενιά, κάθε νέα γενιά είχε συνήθως χαμηλότερη θνησιμότητα από την προηγούμενη. Από εκεί και μετά όμως, η πρόοδος άρχισε να επιβραδύνεται. Οι επόμενες γενιές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κάποιες βελτιώσεις, αλλά πολύ μικρότερες σε σχέση με το παρελθόν.
Αυτό που ανησύχησε περισσότερο τους ερευνητές ήταν τα στοιχεία για όσους γεννήθηκαν μεταξύ 1970 και 1985. Οι νεότεροι της Generation X και οι πρώτοι Millennials εμφανίζουν ήδη υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από όλες τις αιτίες σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές.
«Θερίζει» ο καρκίνος του παχέος εντέρου
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η αύξηση των θανάτων από καρκίνο του παχέος εντέρου σε νεότερες ηλικίες. Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι διαγνώσεις σε άτομα κάτω των 50 ετών, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οφείλεται στο ότι γίνονται περισσότερες προληπτικές εξετάσεις. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει ότι αυξάνονται και οι θάνατοι από τη νόσο, γεγονός που οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό αν σκεφτεί κανείς ότι ο καρκίνος και οι καρδιαγγειακές παθήσεις είναι συνήθως πιο συχνές σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αν λοιπόν αυτές οι γενιές εμφανίζουν ήδη μεγαλύτερη θνησιμότητα στα 30 και τα 40 τους, τότε οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι χειρότερες όταν φτάσουν στα 60 ή τα 70 τους, εφόσον δεν αλλάξει κάτι.
Παρά την ανησυχητική εικόνα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις δημόσιας υγείας μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η μείωση του καπνίσματος τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία συνέβαλε σημαντικά στη μείωση των θανάτων από καρκίνο, ιδιαίτερα από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά και από καρδιαγγειακές παθήσεις. Παρόμοια θετικά αποτελέσματα είχαν στο παρελθόν οι βελτιώσεις στη διατροφή και οι πρόοδοι της ιατρικής θεραπείας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι για να αντιστραφούν οι σημερινές τάσεις απαιτείται μια πιο συνολική προσέγγιση. Η αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου όπως ο διαβήτης, η υπέρταση και η παχυσαρκία θα μπορούσε να μειώσει τους θανάτους από καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ η βελτίωση της διατροφής ίσως συμβάλει και στη μείωση των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου.
Παράλληλα, η ευρύτερη διάθεση της ναλοξόνης, ενός φαρμάκου που μπορεί να αναστρέψει άμεσα μια υπερβολική δόση οπιοειδών, θα μπορούσε να σώσει πολλές ζωές.
Η κύρια ανάλυση της μελέτης φτάνει μέχρι το 2019, καθώς η πανδημία COVID-19 άλλαξε δραματικά τις τάσεις θνησιμότητας. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν οι θάνατοι από λοιμώδη νοσήματα, αλλά και από άλλες αιτίες, καθώς πολλοί άνθρωποι απέφυγαν τα νοσοκομεία ή αντιμετώπισαν έντονη κοινωνική και οικονομική πίεση.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η θνησιμότητα στις ΗΠΑ φαίνεται να επιστρέφει σταδιακά στα επίπεδα πριν από την πανδημία. Ωστόσο, οι επιστήμονες προσπαθούν τώρα να κατανοήσουν πώς η κρίση αυτή μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την υγεία των νεότερων γενεών, ιδιαίτερα εκείνων που ήδη εμφανίζουν ανησυχητικές τάσεις.































